no hard feelingz_

Mink De Ville - Demasiado Corazon



...ξεκίνησε να ετοιμάζεται για κείνο το ραντεβού κάμποσες ώρες νωρίτερα. Βασικά, ξεκίνησε να ετοιμάζεται από νωρίς, επειδή ήθελε να είναι σένιος αλλά κι επειδή ήθελε να φτάσει νωρίτερα για να μπορέσει να εκτιμήσει την κατάσταση... Και όπως ήταν αναμενόμενο, όλα έγιναν ακριβώς αντίθετα. Δηλαδή, έγιναν όπως έπρεπε να γίνουν αλλά αντίθετα απ' ότι τα σχεδίαζε καθ' ότι δε φημιζόταν και για τη συνέπειά του. Αυτό το τελευταίο το ήξερε. Το αρνιόταν αλλά το ήξερε. Και πολύ καλά μάλιστα.

... και να τώρα που βρισκόταν που βρισκόταν να πλησιάζει "στο σημείο αναφοράς" -του ραντεβού δηλαδή, με κάμποση καθυστέρηση και περισσότερη νευρικότητα. Σα μαθητής. Και τα είχε βάλει και με τον εαυτό του έτσι όπως ένοιωθε. Περισσότερο επειδή είχε ξεχάσει πως είναι να νιώθεις έτσι.
Πλησίαζε λοιπόν με τα χέρια χωμένα ανάποδα στις κωλότσεπες του τζην
-τις είχε πιάσει και τις τραβούσε προς τα πάνω-
και κλωτσώντας ένα τενεκεδένιο μπλε κουτί από μπύρα.
Φιξ. Η μπύρα!
Έριξε μια ματιά στην ξύλινη, κρεμαστή πινακίδα της καφετέριας. "Cafe Del Mar". Έσμιξε τα φρύδια σα να τον στράβωνε ο ήλιος. Ηλίθιο όνομα για μαγαζί, σκέφτηκε.
Κάτι του θύμιζε και το όνομα αλλά το άφησε για αργότερα. Έβγαλε τα χέρια από τις κωλότσεπες και τα μετακόμισε στις μπροστινές. Σούταρε μακριά και το κουτάκι της μπύρας και μπήκε στο μαγαζί.

Την είδε που καθόταν. Απέναντι. Για να λέμε την αλήθεια, δεν την είδε ακριβώς. Περισσότερο μύρισε το άρωμά της. Και όπως συνήθιζε να λέει και ο ίδιος "ένα άρωμα και μια μουσική, σε ταξιδεύουν ασύλληπτα πίσω στο χρόνο".
Και η πλάτη της γυρισμένη προς αυτόν. Και χάζευε τη θάλασσα ή έκανε πως τη χάζευε. Από κει που ήταν δε μπορούσε να δει καλά. Είχε ξεχάσει και τα γυαλιά του. Ηλίου τα γυαλιά! Όχι μυωπίας. Δεν ήταν και τόσο γέρος ακόμα ώστε να χρειάζεται γυαλιά. Κάποιες άσπρες τρίχες στα γένια και αυτό ήταν όλο.

Αυτή φάνηκε σα να τον περίμενε ή σαν να τον είχε καταλάβει. Μαζί της δε μπορούσε να είναι ποτέ σίγουρος αλλά γύρισε προς το μέρος του λίγο πριν φτάσει στο τραπέζι. Μάζεψε λίγο τα πόδια της -αυτός δε μπόρεσε να μην τα θαυμάσει- κι έστρωσε το φόρεμά της καθώς ολοκλήρωνε την κίνησή της.
»Στην ώρα σου ήρθες... η φωνή της ακούστηκε ειρωνική. αλλά δεν έδωσε σημασία.
Τόσα χρόνια μετά είχε σχεδόν ξεχάσει πως ήταν η φωνή της..
»έμπλεξα στην κίνηση της είπε. Δεν έβρισκα να παρκάρω, συνέχισε....
Είχε έρθει με τα πόδια όμως κι αυτή το ήξερε. έβγαλε τα γυαλιά της και τα άφησε πάνω στο τραπέζι δίπλα απ΄την κούπα με τον ελληνικό καφέ. Κόκκινα, κάπως ρετρό γυαλιά, λίγο στρογγυλά...
Το σχολίασε ενώ ταυτόχρονα σκεφτόταν πως ακόμα δεν είχε κόψει τις παλιές της συνήθειες και συνέχιζε να πίνει ελληνικό καφέ μες στο κατακαλόκαιρο ενώ αυτός τον σιχαινόταν. Του έφερνε πρήξιμο στο στομάχι...
Ανασήκωσε το φρύδι της. Το συνήθιζε όταν ήθελε να του πει κάτι που θα τον έκανε να ερχόταν σε δύσκολη θέση. Όχι ότι αυτός ερχόταν ποτέ σε δύσκολη θέση. Το πολύ - πολύ κάνα σφίξιμο στο στομάχι ή λίγο ψηλότερα.
» το περίμενα πως θα το πεις αυτό, είπε
» αυτό; ποιο αυτό;
» πως θα σχολιάσεις τα γυαλιά μου είπε αυτή -αυτός περιορίστηκε μόνο να σκεφτεί πως όλο αυτό ήταν ένας ανόητος τρόπος να ξεκινήσει μια κουβέντα που απλά ποτέ δεν είχε τελειώσει. Είχε μείνει στη μέση. Και μετά... μετά τίποτα.. Κάποια στιγμή σταμάτησαν όλα. Αυτός είχε φύγει και μετά έμαθε πως κι αυτή είχε κάνει το ίδιο, με κάποια καθυστέρηση βέβαια αλλά το έκανε...
Πριν λίγες μέρες είχαν συναντηθεί με τον Κάππα -όλως τυχαίως και καλά- σε ένα μπαράκι που αυτός είχε να πατήσει τι πόδι του πάνω από δέκα χρόνια -ίσως και περισσότερα...
Ο Κάππας ήταν λακωνικός. Την είχε δει -όλως τυχαίως- είχε ακόμα το ίδιο νούμερο στο κινητό της κι αυτός το ήξερε απ' έξω, ακόμα το θυμόταν δηλαδή. Το δικό του δεν είχε καταφέρει να αποστηθίσει ποτέ αλλά αυτό δεν είναι του παρόντος. Ο Κάππας του είπε επίσης πως μιλήσανε γι αυτόν -δεν είχε καθίσει πολύ μαζί της του είπε αλλά αυτός δεν τον πίστεψε, είπε πως θα ήθελε να τον δει, να μιλήσουν, τι κάνει και τέτοιες μαλακίες και -το τόνισε αυτό- να συνεχίσουν την κουβέντα από κει που την είχαν παρατήσει. Αυτός δηλαδή, καθότι αυτός ήταν που την είχε κάνει πρώτος...
» Η Αλεξάνδρα μου είπε...
» κι όλα αυτά όλως τυχαίως, έτσι; τον είχε διακόψει απότομα με κάποια ειρωνεία κι εκείνος είχε περιοριστεί στο να κάνει μια κίνηση που δε γινόταν να ερμηνευτεί... Είπαν κι άλλα αλλά δεν τα θυμάται τώρα πια! Όπως για το πόσο καιρό είχε να περάσει κι ο Κάππας από το ίδιο μαγαζί και πως στο διάβολο είχε βρεθεί εκεί εκείνη τη βραδιά και πως ήξερε η Αλεξάνδρα πως κι αυτός θα ήταν εκεί.


»Θα στέκεσαι πολλή ώρα έτσι; Η φωνή της τον ξαναφέρνει στο παρόν και νιώθει σα να ξυπνάει από ένα όνειρο απότομα και ιδρωμένος
» Ε; στεκόταν ακόμα όρθιος με τα χέρια στις μπροστινές τσέπες.
»Οκ είμαι, της είπε, -χαζεύω το τοπίο και με το βλέμμα του έδειξε τα μακρυά πόδια της που κατέληγαν σ' ένα ζευγάρι γόβες. Την είδε που χαμογελούσε φιλάρεσκα καθώς παραμέριζε τελείως τις σκέψεις του.
Έβγαλε τα χέρια από τις τσέπες του παρέα με τον καπνό και τον παμπάλαιο zippo του, τράβηξε την καρέκλα να καθίσει ενώ αναρωτιόταν αν όντως όλα αυτά του συνέβαιναν στ' αλήθεια ή τα ζούσε μέσα από κάποιο όνειρο που έμοιαζε πέρα για πέρα αληθινό...
Κάθισε κι άρχισε να στρίβει ένα τσιγάρο, έψαχνε με τα μάτια του για τον σερβιτόρο όταν την άκουσε να λέει: "smoking will kill you" στα αγγλικά.. Αναρωτήθηκε ξανά αν όλα αυτά όντως τα ζούσε ή ονειρευόταν. Δεν ήταν καθόλου σίγουρος αν σήμερα το πρωΐ είχε όντως ξυπνήσει. Δε θυμόταν καμία από τις πρωινές του δραστηριότητες... Κι αυτός ο γαμημένος ο σερβιτόρος που ήταν; Ήθελε απεγνωσμένα καφέ κι ας ήταν νερόπλυμα...

"smoking will kill you" Τη λοξοκοίταξε. Καθόταν στα δεξιά του. Μετατοπίστηκε. Δεν την ήθελε στα δεξιά του. Καλύτερα απέναντι, σκέφτηκε κι αμέσως μετά λοξοκοίταξε και τον καπνό.
Αυτός ήταν στ' αριστερά του.
"Το κάπνισμα βλάπτει εσάς και τους γύρω σας", διάβασε πάνω στην καπνοσακούλα
»Μαλακίες, σκέφτηκε...

»Έχεις δίκιο της είπε... και τράβηξε μια πιο γερή ρουφηξιά νιώθοντας τον καπνό μέχρι τα νύχια του.

»Το σβήνω ...συνέχισε περισσότερο για ν' αποφύγει τη γκρίνια της και βούτηξε τον καπνό, τον έχωσε στην μπροστινή δεξιά τσέπη του τζην του, πήρε και το zippo κι άρχισε να παίζει με το καπάκι ενώ ήξερε πως όσες φορές το έκανε αυτό, αυτή εκνευριζόταν
...
Το τσιγάρο συνέχισε να σιγοκαίγεται στην άκρη των χειλιών του. Ο σερβιτόρος ακόμα να φανεί.
Τράβηξε ακόμα μία ρουφηξιά από το τσιγάρο και τα μάτια του δάκρυσαν. Ξεφύσηξε κι έβηξε.
"Κλακ-κλακ-κλακ-κλακ" το καπάκι του zippo πηγαινοερχόταν δαιμονισμένα μες στην παλάμη του και τον υπνώτιζε...

(...) Μάλλον από συνήθεια στο λέω πια! Αλλά θα μας σκοτώσουν τελικά. Ίσως και να το έχουν κάνει. Μου αρέσει το παιχνίδι με τον καπνό και δεν με ενοχλεί καθόλου...
Ίσως μια τζούρα και για μένα (...)
Προσπαθούσε να καταλάβει τι του έλεγε. Τώρα πια ήταν σίγουρος πως έβλεπε όνειρο, όλα αυτά δεν ήταν δυνατό να του συμβαίνουν στ΄αλήθεια. Είχε για μια στιγμή μόνο χαθεί στις σκέψεις του και είχε ακούσει μόνο τα τελευταία λόγια που του έλεγε αλλά προτίμησε να το παίξει άνετος. Την ξανακοίταξε καχύποπτα. Αυτό το "μια τζούρα και για μένα" δεν του καλάρεσε αλλά προς το παρόν προτίμησε να το βάλει παρέα με τις προηγούμενες σκέψεις του και να τις επεξεργαστεί όλες μαζί αργότερα όντας πιο ήρεμος.

Συνέχιζε όμως να παίζει με το καπάκι του zippo και θυμήθηκε πως έτσι τη γνώρισε....

Έφερε τον αναπτήρα στη μύτη του και μύρισε.

"Τίποτα σαν τη μυρωδιά της βενζίνης" της είπε με μια υποψία χαμόγελου. "ίσως αυτή του μουνιού" το τελευταίο το σκέφτηκε μόνο, δεν το ξεστόμισε.
Αυτή σκοτείνιασε, ήπιε μια γουλιά καφέ από τον καφέ της, γύρισε προς το μέρος του και τον κοίταξε με αποδοκιμασία "ακόμα να την κόψεις αυτήν τη παιδική συνήθεια";
Την κοίταξε με απορία. "αυτήν με το zippo και το καπάκι" του είπε. Αποφάσισε πως σήμερα δεν ήταν μέρα για καυγάδες, ακούμπησε τον αναπτήρα όρθιο πάνω στο τραπέζι δίπλα από τα κόκκινα παλιομοδίτικα γυαλιά της, δίπλωσε τα χέρια πίσω από το κεφάλι του, τέντωσε τα πόδια του κοιτώντας τις ταλαιπωρημένες του μπότες και αναρωτήθηκε άλλη μια φορά αν όντως όλα αυτά γίνεται να συμβαίνουν σε αυτόν κι αν ναι, γιατί τώρα και αν αυτή -η Αλεξάνδρα- είχε ξεχάσει πως εξαιτίας του zippo είχαν γνωριστεί.
Την είδε σα να ένιωσε λίγο άσχημα που του είχε μιλήσει απότομα αλλά είχε μάθει να μην την εμπιστεύεται πια Έτσι κι αλλιώς από πάντα, απρόβλεπτη ήτανε.
Άρχισε να αισθάνεται άβολα. τόσην ώρα εδώ πέρα -έπειτα από τόσα χρόνια και μια κουβέντα της προκοπής δεν είχαν ανταλλάξει. Σαν το ζευγαράκι το χαρούμενο που βγήκε απλά να ξεσκάσει έπειτα από μια γερή δόση σεξ και ανταλλαγής υγρών και τώρα απλά ήθελαν να καθίσουν και να λιώσουν κάτω απ' τον ήλιο μέχρι την επόμενη φορά. Κι ας είχαν περάσει τόσα χρόνια...
"Κλακ-κλακ-κλακ-κλακ" το καπάκι του zippo πηγαινοερχόταν. Αναρωτήθηκε αν υπάρχει περίπτωση να κοπεί το καπάκι του αναπτήρα έτσι όπως το κακομεταχειριζότανε τόσην ώρα. Απότομα θυμήθηκε τον σερβιτόρο που ακόμα δεν είχε έρθει και νευρίασε. Όμως τα νεύρα του ήταν εξαιτίας της...
Σηκώθηκε. Όχι αυτός. Η Αλεξάνδρα και το άρωμά της τον τύλιξε.
» Πηγαίνω μέχρι την τουαλέτα του είπε.
» Ναι, πες και στον ηλίθιο το σερβιτόρο να έρθει να πάρει και καμιά παραγγελία. Δεν του μίλησε κι αυτός γύρισε να θαυμάσει για άλλη μια φορά τα πόδια της που απομακρύνονταν.
Μόλις αυτή πέρασε τη τζαμένια πόρτα, έχωσε το zippo στην κωλότσεπη, ήπιε μια γουλιά από τον καφέ της μορφάζοντας και από τα κλειδιά της που ήταν αφημένα στο τραπέζι, ξεμπέρδεψε και βούτηξε το "Μικρός Πρίγκιπας" μπρελόκ της.
Σηκώθηκε και τράβηξε προς την εξώπορτα. Την ώρα που περνούσε κάτω από την κρεμαστή πινακίδα της καφετέρειας "Cafe Del Mar" θυμήθηκε κάποιες άθλιες συλλογές με lounge μουσική που έπαιζαν κατά κόρον κάμποσα χρόνια πριν όπου κι αν πήγαινες.
Στριφογύρισε το "Μικρός Πρίγκιπας" μπρελόκ της στο χέρι του, με το άλλο άγγιξε το zippo μέσα στην τσέπη και πριν περάσει απέναντι πρόλαβε να δει τον σερβιτόρο που που πλησίαζε προς το τραπέζι που καθόταν νωρίτερα..
Εκείνη μάλλον θα περιποιόταν το μακιγιάζ της ακόμα ή τουλάχιστον έτσι ήθελε να πιστεύει.
Έχωσε τα χέρια στις τσέπες, έφτυσε και τράβηξε προς το σταθμό. Ο ήλιος κρυβόταν πίσω από τις πολυκατοικίες αλλά ήταν ακόμα μέρα. Οι μπότες του έτριζαν πάνω στα χαλίκια...
Richie havens - Going back to my roots

Λίγο πριν φτάσει στο σταθμό, κοιτώντας μια αφίσα, νόμισε πως είδε τα μεγάλα, αμυγδαλωτά μάτια της να τον κοιτάζουν όλο παράπονο.
Δεν έδωσε σημασία.
Περιορίστηκε μόνο να σκεφτεί: "Τρελά πράγματα μου συμβαίνουν σήμερα"