Xuan Bello - Ανολοκλήρωτο Ποίημα

Η ποίηση του Xuan Bello παραμένει άγνωστη στα ελληνικά. Κατάγεται από τις Αστούριες (γεννημένος το 1965) και παρακολούθησε μαθήματα φιλοσοφίας στο πανεπιστήμιο του Οβιέδο. Ενεργός υποστηρικτής της τοπικής διαλέκτου της ιδιαίτερης πατρίδας του, έχει συνεισφέρει στη διάδοση και διατήρησή της. Ασχολείται με τη μετάφραση ποίησης, από τον Αναξαγόρα και τη Σαπφώ μέχρι τον Σέλεϊ, τον Πεσόα, τον Γούντσγουορθ και τον Τζόις. Επιμελήθηκε την ανθολογία σύγχρονης αστουριανής ποίησης. Εκτός από ποίηση, που άρχισε να την υπηρετεί από μικρή ηλικία, έχει εκδώσει και μια συλλογή διηγημάτων. Το 1993 βραβεύτηκε με το ποιητικό έπαθλο Teodoro Cuesta. Το ακόλουθο ποίημα είναι χαρακτηριστικό δείγμα της γραφής του, το οποίο επέλεξα να μεταφράσω απευθείας από τα ισπανικά με κλεφτές ματιές στην ιταλική του απόδοση.

Την παραπάνω περιγραφή, έχω αντιγράψει από το blog
ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΟΥΒΑΛΗΣ
καθώς όσο και να έψαξα δε μπόρεσα να βρω
στοιχεία στα Ελληνικά για τον XUAN BELLO....

Ελπίζω να μην έχει αντίρηση έτσι και το δει..
Το ποίημα το είχα αποθηκευμένο στο πισι μου από......
τα χρόνια της αθωότητας_

01.Aπρίλη.2008/00:27Τελικά ο φίλος ο οποίος απαγγέλλει
μας ενημέρωσε
πως το συγκρότημα
του οποίου η μουσική ακουγεται πίσω από το
"Ανολοκλήρωτο Ποίημα"
είναι των Gwei Lo


Xuan Bello - Ανολοκλήρωτο Ποίημα


Εγώ που δεν πιστεύω πια σε ότι γράφω
Που ψεύδομαι όταν τονίζω τις αποχρώσεις
Σ’ αυτό που πραγματικά αξίζει, εγώ, στα
είκοσι και κάτι χρόνια
της ζωής μου, στο Βιέδο.
Εξηγώ ότι δικαιώνονται τα πράγματα που φεύγουν,
ο καπνός των τσιγάρων, ο αέρας που ανασαίνω
η ζωή που ξεφεύγει μέσα από τα χέρια μου
σαν το νερό σ’ ένα τρύπιο δοχείο.
Εγώ, που αυτή τη νύχτα κρυώνω
και διακρίνω μακρινό, απόμακρο
το φως απ’ ένα παράθυρο εκείνου που
δεν με περιμένει
εγώ, που έπραξα αυτό που θέλησα
και έπραξα κι αυτό που δε θέλησα
εγώ με τη μοίρα της αβεβαιότητας
και με παρελθόν τη νοσταλγία
αυτού που ποτέ δεν αντίκρισα.
Στη σιωπή λησμόνησα τη σιωπή.
Στη σιωπή αβέβαιος και σκεπτικός, σκληρός
όποτε κάποιος περιμένει την κουβέντα μου
(εγώ δεν σκέφτομαι τίποτε, κοιτάζω το
δώμα, νυστάζω
και ονειρεύομαι απίθανες υπονοούμενες
ζωές).
Στη σιωπή σκέφτηκα εσένα, και για σένα,
ζωή μου, γιατί σε χάνω και τραγουδώ
ό,τι πεθύμησα μα δεν έχω.
Εγώ γνωρίζω το φως ενός παραθύρου,
νυχτερινού και την ύπαρξη καλυμμένη
από εκείνο το φως
γλυκιά και ξανθιά σαν τις ηλιαχτίδες μέσα
από μια χάντρα
Εγώ γνωρίζω τον μικρόψυχο χρόνο
και το πόδι που σκοντάφτει στο χαλί
Και την ύπαρξη άτοπη, εκτός χρόνου,
που μπαίνει μέσα μου και δε θέλει πια να βγει.
Εγώ, ο Χουάν Μπέλο,
που πέρασα όλη τη ζωή μου διαβάζοντας βιβλία,
που θέλησα
να ζήσω από την άλλη πλευρά του
καθρέφτη
(εδώ δεν υπήρχε περισσότερη ζωή)
εγώ που γνωρίζω τη θάλασσα μέσα από
τα γραπτά μου
και το φως της μέρας μέσα από τα γραπτά
των άλλων,
υπήρξα ευτυχισμένος και δυστυχισμένος,
αγαπήθηκα και αγάπησα
μ’ έναν έρωτα που σμίγει βλέμματα και
περίσκεψη.
Διασχίζω το δρόμο και παρατηρώ τα πρόσωπα.
Τα πρωϊνά, στα μικρομάγαζα του Πουμαρίν
(όπου οι κουβέντες ανταλλάσσονται φειδωλά)
μίλησα ευγενικά, μετρημένα,
ρώτησα για τη ζωή που δεν πονά.
Μα το απόγευμα κάλπασε και πέρασαν τα χρόνια,
το απόγευμα κάλπασε μέσα στη ζωή μου
σαν γέρικο άλογο που τρέχει για να μην σταματήσει,
το απόγευμα ήρθε με γκρίζα φώτα και δίχως ψιχάλες.
Το απόγευμα έφερε μοναξιά,
παλιούς ξαναδιαβασμένους στίχους παθιασμένους
μα τώρα πια προσποιητούς.
Μουχλιασμένους παλιούς στίχους
που εδώ επαναλαμβάνω
υποκρινόμενος το πάθος,
τον έρωτα,
την ύπαρξη αυτών των λέξεων
που προφέρω.
Υπήρξαν βαπόρια που έβλεπα στο λιμάνι
και που ποτέ δεν μπήκα.
Υπήρξαν έρημοι,
που διέσχισα στους χάρτες με το δάχτυλο.
Υπήρξαν γυναίκες που αγάπησα,
από έρωτα βουβό,
και που προσπέρασαν άλλες, χωρίς να με δουν.

...πες πως δεν ξέραμε,
πες ήμασταν παιδιά
πες ότι θες μα πες τους μια δικαιολογία
για τότε που τραβούσες νότια πορεία
και γω σου φώναζα πίσω να 'ρθεις ξανά....

2 φωτογραφίες



Δύο δικές μου φωτογραφίες....
...από ένα παλιό χόμπυ...
που παράτησα.....

κι άλλη μία....
....κι ακόμα μία

Σαντορίνη - Photo by Haman

Fernando Pessoa_

Σήμερα, καθώς κοίταζα κάτι παλιά τετράδια με κάτι σημειώσεις πετάχτηκε μέσα από τις σελίδες ενός από αυτά μια φωτοτυπία με ένα ποίημα του Fernado Pessoa...

Ο Fernando Antonio Nogueira Pessoa γεννήθηκε στη Λισαβώνα το 1888 Ο πατέρας του, Joaquim de Seabra Pessoa πέθανε από φθίση όταν ο Pessoa ήταν ακόμη νέος. Η μητέρα του, Maria Madalena Nogueira Pessoa, παντρεύτηκε κατόπιν τον Πορτογάλο πρόξενο στο Durban της Ν.Αφρικής, όπου η οικογένεια διέμενε από το 1896. Στη διάρκεια εκείνων των χρόνων ο Pessoa απέκτησε άνεση στη χρήση της αγγλικής γλώσσας και έδειξε μια πρώιμη αγάπη για συγγραφείς όπως ο William Shakespeare και ο John Milton. Επίσης οι πρώτες του ποιητικές συλλογές είναι γραμμένες στα αγγλικά....

Περισσότερα για αυτόν,
υπάρχουν στο
σάιτ
της κοιλάδας των Τεμπών

Το ποίημα...

Όταν Η Άνοιξη Επιστρέψει

Όταν η Άνοιξη επιστρέψει
Ίσως δε βρίσκομαι πια στον κόσμο.
Σήμερα θα ‘θελα να μπορούσα να σκεφτώ την
Άνοιξη σαν πρόσωπο.
Να τη φανταστώ να πενθεί για μένα
Όταν δει ότι έχασε το μοναδικό της φίλο.
Αλλά η Άνοιξη δεν είναι ούτε καν πράγμα:
Είναι τρόπος να μιλάς.
Ούτε τα λουλούδια, ούτε τα πράσινα φύλλα επιστρέφουν
Υπάρχουν νέα λουλούδια, νέα πράσινα φύλλα.
Υπάρχουν νέες μυρωμένες ημέρες.
Τίποτα δεν επιστρέφει, τίποτα δεν επαναλαμβάνεται,
αφού τα πάντα είναι αληθινά...

Γιάννης Υφαντής - Χαρούμενο Τραγούδι

Το εν λόγω ποίημα, ακούγεται στο τέλος
του τραγουδιού "Άτμαν" από τον δίσκο
"Βραχνός Προφήτης"
τoυ Θανάση Παπακωνσταντίνου
που κυκλοφόρησε το 2000.
Το τραγούδι το ερμηνέυει ο Γιάννης Αγγελάκας¬





Όπου Άτμαν: Σύμφωνα με τις Ουπανισάδες, ιερό βιβλίο των Ινδουιστών, το σύνολο της πραγματικότητας αποτελείται από δύο στρώματα. Εκείνο της απόλυτης Θείας πραγματικότητας στο οποίο δόθηκε το όνομα Μπράχμαν και του κόσμου που απορρέει από το Μπράχμαν. Και σε κάθε ον που ζει στον κόσμο έχει εισχωρήσει και ενυπάρχει το Μπράχμαν ως Άτμαν, δηλαδή στο βάθος του ανθρώπου βρίσκεται το Άτμαν. Στη Γιόγκα ο σκοπός του διαλογισμού είναι η ένωση με το Άτμαν ώστε να απελευθερωθεί το άτομο από τον υλικό κόσμο, με τη διακοπή του κύκλου των μετενσαρκώσεων.
Τα παραπάνω για την έννοια της λέξης από την Κοιλάδα Των Τεμπών


Μουσική, Στίχοι: Θανάσης Παπακωνσταντίνου

Στου Μαγγελάνου τις φωτιές,
στου Βόρα το κατάρτι
και στου παιδιού το γόνατο
το ίδιο πράγμα αλλάζει
και τις φωνές σκεπάζει.
Στους γαλαξίες τ' ουρανού
και στο μυαλό μου μέσα
το ίδιο πράγμα κρύβεται,
ανάλαφρα ανασαίνει
κοιτάει και περιμένει.


ΧΑΡΟΥΜΕΝΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ
 
από την συλλογή του ''Μανθρασπέντα'' (1977)

Έρχεται η φωνή μου άνεμος του απείρου.
Έρχεται η φωνή μου φορτωμένη την
αρσενική
Γύρη των άστρων· έρχεται
Στο λουλούδι του νου σου.

ΙΙ
Έρχομαι από την άκρη μιας
Αιωνιότητας.
Με προβιά και με έκσταση
Μ' ένα κομμάτι σεληνόφωτο στο μέτωπο
και μ' ένα κέρατο στη ζώνη
Με μνήμες από πάχνη κι από φωτιά
Έρχομαι από την άκρη μιας
Αιωνιότητας.
Άφησα τα χνάρια μου πάνω στον
Πηλό του φωτός.
Φόρεσα τη θωριά του νερού.
Φόρεσα τη δυσκινησία των οστρακόδερμων.
Βόσκησα τους ανέμους κι εξημέρωσα τους ήχους.
Έζησα του λύκου την έκσταση
Μπροστά στον πάγο και στη φωτιά.
Έρχομαι από την άκρη μιας
Αιωνιότητας.
Έρχομαι από την έρημο των άστρων.

ΙΙΙ
Έρχομαι από την έρημο των άστρων.
Μοναχικός βαδίζω ερημώνοντας το μέλλον.
Στερεύουν οι πηγές της πλάνης τα πάντα ξηραίνονται.
Πλούσια απλώνεται η άμμος και μονάχα η άμμος
Χώρος για περισσότερη σκέψη
Χώρος για περισυλλογή κι ελευθερία
Χώρος του άδειου και της φωτιάς.
Έρχομαι από κει όπου πηγαίνετε
Έρχομαι από την έρημο των άστρων.
Μοναχικός φυτρώνω μες στην έρημο των λαών. Ώριμος
Ήλιος
Γέρνω από γύρη σοφίας.