[:pages–(again?)]

με τα πεταμένα βιβλία που βρίσκω στους δρόμους, 
τα σκουπίδια ή όπου αλλού
δύο πράγματα μου συμβαίνουν. 
το πρώτο ότι τα λυπάμαι και τα μαζεύω 
και το 
δεύτερο ότι τις περισσότερες φορές 
λείπουν ολόκληρες σελίδες ή κομμάτια από αυτές
ή οι τελευταίες -αυτό είναι το χειρότερό μου-
και λυπάμαι που τα μάζεψα αλλά και να τα πετάξω.

στα σχόλια -αν θέλεις- 
μπορείς να γράψεις τις τέσσερις
τελευταίες σειρές 
από τη σελίδα 78 
από όποιο βιβλίο θέλεις εσύ_


τα πρωϊνά, ξυπνάω νωρίς και κάνει κρύο.
τα βράδια, κοιμάμαι αργά και ίσως κάνει κρύο
δεν παίρνω και όρκο
στο ενδιάμεσο όμως δε μπορώ να θυμηθώ
τι συμβαίνει
αλλά
μερικές φορές
ακούω
τη
 

[:greed]

»... ο γέρος, έστριψε το τσιγάρο του, το σάλιωσε
και το έφερε στο στόμα του με
τελετουργικές κινήσεις...
«κανένας δεν είναι ικανοποιημένος με όσα έχει»
είπε χωρις να γυρίσει το κεφάλι του
«κανένας!»
 

[:foothill]

ήτανε -λέει- κάτω, χαμηλά -στους πρόποδες του λόφου
και γέμιζε με τα χέρια κάτι άσπρα τσουβάλια με χώμα.
φώναξα -μέχρι που πόνεσα αλλά δε φάνηκε να με άκουσε
και για να λέμε την αλήθεια ούτε κι εγώ άκουγα τη φωνή μου.
έψαξα να βρω να πετάξω μια πέτρα -τόσο δάσος και δεν υπήρχε 
ούτε για δείγμα. σα να τις είχε μαζέψει όλες κάποιος.
«δε γαμιέται, θα πάω προς τα κει» σκέφτηκα
-«κι ότι είναι να γίνει, θα γίνει»
ξεκίνησα ζιγκ-ζαγκ ανάμεσα στα πεύκα αλλά τελικά ήτανε
λες και και πήγαινα ένα βήμα μπρος, δύο πίσω
όπως γίνεται ως συνήθως στα όνειρα.
όταν έφτασα δεν ήταν κανένας μόνο τα τσουβάλια άδεια
 -ή μισογεμάτα να θες-
με χώμα βρεγμένο και παρατημένα.
μέσα από τα καλάμια ακούστηκε ένα σούρσιμο
σα σφύριγμα 
αλλά ο ήλιος έπεφτε και δεν ήταν να μένεις και πολύ
σε κείνο το μέρος.
δεν παίζουν με τις ψυχές

[:151_weeks_later]

152 weeks later
νέα σου δεν έχω
και πληροφορίες 
δε μπορώ 
να ζητήσω από κανέναν_

[:failure_notice]

στην αρχή έστελνε γράμματα. τότε ήταν παλιά. γράμματα σε φάκελο κανονικό.
άσπρο με τις θαλασσί ρίγες -το φτηνό, ξέρεις. μετά αναβαθμίστηκε λίγο κι έπαιρνε
από κείνους τους άσπρους και πιο μετά κίτρινους. έστελνε χιλιάδες γράμματα. 
χιλιάδες, τρόπος του λέγειν, αλλά είπαμε, τότε ήταν παλιά και τα γράμματα
με το ταχυδρομείο ήταν ο πιο φθηνός τρόπος επικοινωνίας. 
αργότερα, όσο περνούσε ο καιρός εμπλούτιζε τους κίτρινους τώρα πια
φακέλλους που χρησιμοποιούσε με ακαταλλαβίστικες ζωγραφιές
από μαρκαδόρους, στυλό, μολύβια, νερομπογιές και τους γέμιζε 
με ότι μπορεί να βάλει το μυαλό σου.
συνήθως μουσική, φωτογραφίες και διάφορα άλλα,
αλλά αυτό είναι άλλη ιστορία.


Υπήρχαν φορές που για μεγάλο διάστημα έκοβε την αλληλογραφία μαχαίρι,
ετοίμαζε όμως τους φακέλλους -έτσι για να υπάρχουν
κι όταν ερχόταν η ώρα τους, έπαιρναν το δρόμο τους.
Στο ταχυδρομείο, οι υπάληλλοι τους περιεργάζονταν διεξοδικά
κι από όλες τις οπτικές γωνίες, πάντα χαμογελώντας
μετά τον ζύγιζαν και τον ακουμπούσαν με προσοχή στο καλάθι.

την τελευταία φορά που πήγε στο ταχυδρομείο να στείλει γράμμα
είχε ένα παλιό -ξεχασμένο μέσα σε λευκό φάκελλο
αυτόν με τις θαλασσί ρίγες που λέγαμε παραπάνω.
το ταχυδρομείο είχε μεταφερθεί σε νέο κτήριο, 
οι παλιοί-"γνωστοί" του υπάλληλοι είχαν από καιρό βγει στη σύνταξη
κι αυτός έμπαινε στο κτήριο για πρώτη φορά.
στο γκισέ ένας νεαρός, μόλις του έδωσε το φάκελλο τον κοίταξε με απορία.
...πάντως, υπάρχουν πιο ανέξοδοι τρόποι στις μέρες μας 
για να αλληλογραφίσεις. και πιο γρήγοροι....
είπε, συνεχίζοντας μια κουβέντα που δεν είχε αρχίσει ποτέ
 και κουνούσε πάνω-κάτω το φάκελλο που κρατούσε από μια γωνία
...υπάρχουν και τα μέηλ, συνέχισε απτόητος
και πέταξε το φάκελλο σα φρίσμπυ στο άδειο καλάθι.

στο σπίτι αργότερα, απεφάνθη πως ο νεαρος 
μπορεί και να 'χε δίκηο. κάπου έχω ένα μέηλ.
ξανάγραψε το γράμμα -το θυμόταν πάνω κάτω-
πάτησε "αποστολή", φόρεσε το ναυτικό επενδύτη του και
κίνησε για το κτήριο του ταχυδρομείου και πήρε το φάκελλο πίσω.
το δίπλωσε στη μέση και το έχωσε στην εσωτερική τσέπη.



το βράδυ, όταν άνοιξε το μέηλ του να διαπιστώσει αν 
ο νεαρός είχε δίκηο πάνω πάνω δέσποζε ένα
MAILER-DAEMON@yahoo.com
τράβηξε το φάκελλο από τη μέσα τσέπη και
τον σιδέρωσε με την παλάμη του.
αρχίδια γλυκειά μου, είπε στον αέρα και τον πέταξε 
σα φρίσμπυ μέσα στη φρουτιέρα, έγυρε πίσω
κι έστριψε τσιγάρο



[:damage]

7
Εκείνο το βράδυ είδα έναν εφιάλτη, ήμουνα σε μια παρα-
λία τροπική, αμουδιά απέραντη με φοίνικες και φυσούσε
μανιασμένα, φυσούσε προς το πέλαγος και σήκωνε την 
άμμο, τα δέντρα έγερναν προς το νερό, ήταν απόγευμα κι
η άμμος έτσουζε στο πρόσωπο, κρατούσα με δυσκολία τα
μάτια μου ανοιχτά κι είδα μεσ΄απ΄τα σύννεφα της άμμου
ένα νεκροταφείο αυτοκινήτων μπροστά μου, δεν ήταν 
και πολύ μεγάλο, έβαλα τα δυνατά μου να φτάσω ως εκεί
και νύχτωσε, βγήκε ένα φεγγάρι τόσο δα, κατακίτρινο όμως,
στάθηκα μπροστά σ' ένα αυτοκίνητο μαύρο, παλιό, 
μεγάλο, έπιασα το χερούλι της πόρτας και το τραβούσα 
απεγνωσμένα, μέσα ήταν η Κάριν ντυμένη στα μαύρα,
το χρυσό κεράσι γυάλιζε στο στήθος της, έγειρε προς
το μέρος μου κι άνοιξε την πόρτα, μπήκα, την έκλεισα, 
πάμε, είπε, τι κάθεσαι; καθώς έψαχνα για κλειδιά,
ξέχασα τα κλειδιά, είπα
Βαγγέλης Ραπτόπουλος
Έμμονες Ιδέες, σελ 139



[:jackanapes]

—κάποια στιγμή, θύμησέ μου να σου μιλήσω
γι' αυτά
—πότε;
—κάποια στιγμή...

[:souls]

 

—Φιλί το λες αυτό, Ροντ Τζόρνταν;
—Νομίζω πως είναι το καλύτερο που μπορώ να
δώσω απόψε, Μπέλ.
—Το καλύτερό σου δεν είναι καλό, τότε.
—Παράξενο, το ίδιο λέω κι εγώ τώρα τελευταία, Μπελ...

Γουρούνια Στον Άνεμο

1
Ο ΧΩΜΦΡΕΫ ΜΠΟΓΚΑΡΤ ΣΤΑΘΗΚΕ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟΝ ΚΑΘΡΕΦΤΗ
κι άρχισε να ξετυλίγει προσεχτικά τις γάζες απ' το
πρόσωπό του. Εδώ και μια βδομάδα όλοι οι μπάτσοι της
Δυτικής Ακτής έτρεχαν πίσω του κι αυτός για να τους ξεφυγει
έριξε μια πλαστική εγχείριση και άλλαξε τα χαρακτηριστικά του.
Δίπλα στα πόδια του κρεβατιού, μέσα στο θλιβερό δωμάτιο
του μοτέλ «Χοντρή Μάρθα», είχε σχηματιστεί ένα μικρό βουναλάκι
από επιδέσμους και χοντρές έμπυες γάζες... Ο Μπόγκαρτ
αποτελείωσε το δέσιμο της γραβάτας του, έριξε μια ματιά στον
καθρέφτη και δείχνοντας μάλλον ικανοποιημένος απ' το
καινουριο είδωλό του, χώθηκε σιγοσφυρίζοντας στο μπάνιο.


Οι δυο μικροί ανεμιστήρες του Ροζικλαίρ, ενός βρομερού 
κινηματογράφου στην αρχή του εμπορικού κέντρου της Αθήνας, 
αγωνίζονταν ν' ανακατέψουν  τον πηχτό αέρα της σκοτεινής
αίθουσας. Αν αυτή η εναλλασσόμενη ηλεκτρική αξιοπρέπεια των
220 βόλτ, που τους συντηρούσε βασανιστηκά,  τους το επέτρεπε, 
θα 'χαν από καιρό σωπάσει, τυλιγμένοι σ΄αυτή τη γλιτσιασμένη
πούδρα που βουτύρωνε όλη την άιθουσα και τα καθίσματα - 
στρώματα δηλαδή από ιδρώτα, φλόκια, τσιγαρίλα και φρέσκο
καυσαέριο, δεμένα όλα μαζί από σταγόνες πρόστυχο άρωμα, ένα
ξέπλυμα που φλιτάριζε με την τρόμπα η κουτσή ταξιθέτρια
και που θύμιζε γιασεμί, θάνατο και Λίζαμπεθ Σκοτ.
Στο μεταξύ και μέχρι να τους συμβεί κάτι συνταρακτικό,
καρφωμένα στις δύο άκρες της αίθουσας, τα δύο μαυριδερά 
μηχανάκια γερνούσαν μέσα στη μάκα τουςμ παρέα με τον 
Μάσιγκαν Κέλυ, τον Μπέιμπυ-Φέης Νέλσον, τον Πρίττυ-Μπόυ
Φλόυντ και τον μεγάλο Φου Μαντσού, και με την οδυνηρή
βεβαιότητα πως το μάρτυριό τους δε θα 'χε σταματημό, μια και
κανένας από τους σνόμπ κλιματιστές των αριστοκρατικών 
σινεμά της οδού Σταδίου, με τις εξωτικές προδιαγραφές και τα 
τροπικά ονόματα, δε θ' άντεχε πάνω από δυο μέρες στο φλόμωμα 
του Ροζικλαίρ.
Ο Μπόγκαρτ σφήνωσε ένα τσιγάρο ανάμεσα στα δόντια του
το άναψε, τσάκισε το σπίρτο, χαμογέλασε μετά στην κοπέλα με
τις μπλε γαρδένιες και προχώρησε με αργά βήματα προς το 
εσωτερικό του μπαρ.
Την ίδια στιγμή άνοιξε η πόρτα της αίθουσας κι ο θόρυβος
της βροχής όρμησε μέσα, παρέα μ' έναν άντρα που κουτρουβάλησε
στο σκοτεινό διάδρομο, αφήνοντας πίσω του μια μυρωδιά
από βρεμένο ρούχο, μέχρι που πήγε στα τυφλά και τσακίστηκε
πάνω στα καθίσματα.
Ο Μπόγκαρτ έριξε μια γουλιά μπέρμπον μες στο στομάχι του
είπε στον άνθρωπο που καθόταν πίσω από το μπαρ πως έχει
πιεί και καλύτερο πετρέλαιο από αυτό που του πασάρισε και
μετά γύρισε και κοίταξε σκεφτικός την πλατεία...Με τ' ακροδάχτυλά
του έπιασε να τρίβει το λοβό του δεξιού του αυτιού, σημάδι
πως σκεφτόταν.
Η πόρτα του καμπινέ μισάνοιξε, μια γλώσσα κιτρινωπό φως
μαζί με μια ριπή υγρασίας κατεβασμένη από κάποιο φωταγωγό
μπουκάρισε στην αίθουσα φορτωμένη σκουπιδίλα και κάτουρο,
αλλά κανείς δεν έδωσε σημασία. Τότε ήταν που ο Μπόγκυ τίναξε
τη γροθιά του και τη βίδωσε στα μούτρα ενός σκληρού, που
'μοιαζε με κουστουμαρισμένη ντουλάπα. τη στιγμή που αυτός
τιναζόταν προς τα πίσω καιγια να γίνει και ο σχετικός φραμπαλάς,
εμφανίστηκε και μια γκαρσόνα σπρώχνοντας ένα μικρό τρόλεϊ
φίσκα στις φλαμπαρισμένες κρέπες, τα σουφλέ σοκολάτα και
άλλα τέτοια σκατά. Ο τύπος έπεσε πάνω του θεαματικά, το τσάκισε,
γλίστρισε, πασαλείφτηκε στις φαντασμαγορικές σάλτσες κι
όταν με τα πολλά κατάφερε να σταθεί στα πόδια του, ο Μπόγκαρτ
τον έπιασε απ' τα πέτα, τον τράβηξε κοντά του κι άρχισε
να του μιλάει με κείνο τον ιδιαίτερο, ρινόφωνο και φιδίσιο
τρόπο, που τον έκανε να συρίζει στα συριστικά και να δαγκώνει
τα δόντια του στα οδοντόφωνα, λες και με κόπο κρατιότανε να
μην τα φτύσει στα μούτρα του αντικρινού του. Σίγουρα ο Μπόγκυ
έπασχε από νεύρωση της οδοντοστοιχίας κι αυτό το 'χε γυρίσει
σε στυλάκι.
-Μπασκίνας δεξιά, ούρλιαξα και χώθηκα στο κάθισμα, καθώς 
μετην άκρη του ματιού μου έπιασα μια κοντόχοντρη σιλουέτα
να γλιστράει ύπουλα στο διάδρομο, τυλιγμένη στο γνωστό μπλε
μπάτσικο αδιάβροχο που γυάλιζε απ΄τη βροχή.
Κάτι πιτσιρικάδες, δυο σειρές μπροστά μου, πέσαν στα τέσσερα
και πνίξαν τα τσιγάρα τους. Ο μπάτσος, γιατί τέτοιος ήταν 
τελικά, έψαχνε να βρει από που ήρθε η ειδοποίηση, μέχρι που
μια ψευτοαδελφούλα τον ξεφώνισε απ' τα πίσω καθίσματα -«Αχ,
κυρ αστυνόμε...»-κι αμέσως ακολούθησε μια άγρια κουρσάρικη
φωνή απ' το μεσαίο κατάρτι του Ροζικλαίρ:
-Όταν κλάνεις, σβήνει η λάμπα ρε μαλάκα;
Ο μπάτσος μυρίστηκε ότι είχαν πέσει άγριοι στην πρωϊνή,
κατέβηκε το διάδρομο κι έκανε πως πάει για κατούρημα. Μετά από
λίγο ανέβηκε σέρνοντας από το μπράτσο μια πουτάνα που
ξετρύπωσε απ' τις πρώτες σειρές, όπου την είχε στείσει και δεχότανε.
Είχε μπει στην αίθουσα το πρωί, λίγα λεπτά πριν αρχίσει το
έργο. Η΄μαστε δέκα άτομα όλοι κι όλοι, χαμούρηδες και με την
τσίμπλα στο και κανένας μας δεν έκανε τέτοια ώρα κέφι
για κράξιμο και έτσι ιστορία. Στάθηκε στην άκρη του διαδρόμου
στάζοντας νερά, έβγαλε από το κεφάλι της μια πλαστική διάφανη
σακούλα, την τίναξε από τις στάλες της βροχής, τη δίπλωσε
με επιμέλεια και πήγε σκυφτή και άραξε στα μπροστινά
καθίσματα. Ήταν τριαντάρα, σπασμένη και ντυμένη μαθήτρια, με
μπλε ποδιά κι άσπρο γιακαδάκι. Φορούσε και σοσόνια με
ξεχειλωμένα λάστιχα, που 'πεφταν πάνω στα παπούτσια της -
κάτι ψηλοτάκουνα ξώφτερνα πέδιλα, πράσινο παπαγαλί χρώμα.
Μέχρι την ώρα που τη μάζεψε ο μπάτσος, ζήτημα είναι αν
πρόλαβε να ξεφλοκιάσει τέσσερις, πέντε από κει μέσα.
Ο διπλανός μου, ένας τύπος με φάτσα που 'φερνε σε προπολεμικό
φιατάκι και που συνέχεια πάλευε με τα κρεατάκια της
μύτης του, διπλώθηκε ξαφνικά στα δύο κι έκανε σα να πνιγόταν.
Για την ακρίβεια, βρισκόταν σε μια φάση όπου απ' τη μία
προσπαθούσε να αναπνέυσει κι από την άλλη να καθαρίσει το
λαιμό του, πρα΄γμα που τον δυσκόλευε λιγάκι. Τελικά το κατάφερε
και σκύβοντας περισσότερο ξέρασε ένα κομπολόι ροχάλες,
που βρόντηξαν χάμω.
-σιγά ρε κοκίτη μας πιτσίλισες... μουρμούρισε ο μπροστινός
του και γύρισε και τον μέτρησε μες στο σκοτάδι με γυαλιστερά
μάτια.
Ο άλλος δεν του απάντησε, έβγαλε μόνο ένα βαθυ αναστεναγμό
και ξάπλωσε αποκαμωμένος στην καρέκλα του.
Μετακινήθηκα δυο θέσεις παραδίπλα, χώθηκα στο κάθισμα κι
αφού κάπως βολεύτηκα, έβαλα ανάμεσα στο κεφάλι μου και
στο γλιτσιασμένο ύφασμα της πλάτης την πρωϊνή μου εφημερίδα,
γιατί από ψείρες εκεί μέσα, άλλο τίποτα.
Η ταινία τράβαγε προς το τέλος. Ο Μπόγκαρτ κάτι εξηγούσε
σε μια κυρία - που είχε, φαίνεται, προσωπικά με το μαρτίνι
της, γιατί καθώς τον άκουγε, το χτύπαγε με μια γκρίζα ελιά
καρφωμένη στην άκρη μιας οδοντογλυφίδας.
Στο μεταξύ η βροχή είχε φέρει πελατεία-καμια τριανταριά
μουσκεμένους, που η ζέστη απ' τα χνώτα τούς στέγνωνε τα ρούχα
και τα 'κανε ν΄αχνίζουν πάνω τους.
Ανακάθισα και χτύπησα ελαφρά το 'να παπούτσι μου με τ'
άλλο, για να πέσει το σβολιασμένο πριονίδι που 'χα κουβαλίσει
στις βρεμένες σόλες μου από την είσοδο μέχρι το κάθισμά μου.
Όλη αυτή η κίνηση δεν ήταν τίποτ' άλλο παρά μια προετοιμασία
για ν' αντιμετωπίσω δυναμικά την επίθεση μιας γενικής
δυσφορίας που με περιτριγύριζε αρκετή ώρα τώρα. Μέσα σ' ελάχιστα
δευτερόλεπτα κατόρθωσα να την εντοπίσω: περιοριζόταν στο
κέντρο του στήθους μου κι εκδηλωνόταν με μια σειρά μικρά κι
εκνευριστικά τσιμπήματα. Στο μεσόστερνό μου υπήρχε ένα
μόνιμο πια έκζεμα, από άγριο δέρμα στο μέγεθος παλάμης, που
δεν ανεχόταν ούτε καθαρό νερό νερό απάνω του. Τράβηξα λίγο το
ιδρωμένο πουκάμισο και το ξεκόλλησα απ' το τρίγωνο. Τα
τσιμπήματα σταμάτησαν αμέσως. Ήμουνα όμως μουσκεμένος
στον ιδρώτα κι η ατμόσφαιρα ήταν αποπνικτική και γεμάτη
υγρασία. Σίγουρα ήθελα να φύγω από δω μέσα, αλλά αυτό δεν
μπορούσε να γίνει πριν τελειώσει και η προβολή της δεύτερης 
ταινίας. Για την ακρίβεια μάλιστα, δεν έπρεπε να μετακινηθώ
καθόλου απ' τη δέκατη τέταρτη σειρά, όπου και άραζα κι αυτό
γιατί υποτίθεται πως σ' αυτή τη σειρά θα με συναντούσε κάποιος,
άγνωστος σε μένα, για να μου δώσει έντυπο υλικό. Να το
κάνω τι δεν ήξερα, αλλά θα μου 'λεγε.
Ήταν μια ηλίθια ιστορία που δημιούργησε ο αδερφός μου και
που μ' έμπλεξε δίχως να με ρωτήσει.
Πριν φύγει για τη Γαλλία και για να ξεπεράσουμε τη λογοκρισία
που γινόταν από τη στρατιωτική Χούντα στις επιστολές του 
εξωτρικού, κανονίσαμε να γράφουμε τα μυστικά μας, χρησιμοποιώντας
κάθε τρίτη λέξη σε κάθε τρίτη σειρά του γράμματος.
Ενθουσιασμένος ο δικός μου απ' την πρώτη κιόλας μέρα που
πάτησε το πόδι του στο Παρίσι άρχισε να εφευρίσκει μυστικά
και διάφορες συνταρακτικές πληροφορίες του κώλου, μόνο και
μόνο για να μπορεί να χρησιμοποιεί τον κώδικά μας.
Στην αρχή τον ανέχτηκα, γιατί καταλάβαινα πως κάπως έτσι 
ξεφόρτωνε λίγο τη συνείδησή του απ' τις ταξικές ενοχές της,
όπως έλεγε και ο Κούλης ο Κοκόνιεφ. Μετά όμως από τα γεγονότα
του Μάη ξεσπάθωσε, παράτησε τις σπουδές του, οργανώθηκε 
στους τσεγκουεβαρικούς κι άρχισε να με βομβαρδίζει με
δεκαπεντασέλιδες επιστολές, όπου οι κωδικοποιημένες μαλακίες
του ρίχνανε Ντακότα.
Πριν από λίγες μέρες μου 'στειλε ένα γράμμα και μου σφύριξε 
το σημερινό  ραντευού. Είχε φροντίσει να στριμώξει τις 
ημερομηνίες ώστε το γράμμα του να φτάσει σε τέτοια στιγμή,
που να μην έχω πια τα περιθώρια να το ακυρώσω. Το μόνο 
ενθαρρυντικό σ' αυτή την υπόθεση ήταν το ότι όρισε τόπο της 
συνάντησης το Ροζικλαίρ. σημάδι πως παρ' όλη την οργανωμένη
πολιτικοποίησή του, αυτός ο μαρξιστής της τσέπης διατηρούσε ακόμα
κάτι απ'το χιούμορ της παλιάς γειτονιάς μας.
Έτσι καρφώθηκα στην πρωϊνή του Ροζικλαίρ γι' αυτόν τον
άγνωστο που θα μου 'ρχόταν κουβαλώντας παραμάσχαα ένα
μάτσο παράνομο χαρτοπόλεμο -να τον κάνω τι δεν ήξερα,
αλλά θα μου έλεγε.

Χώθηκα μες την πολυθρόνα μουκαι σκέφτηκα πως, όταν
ξεμπερδέψω απ' αυτήν την υπόθεση, δε θα 'ταν κι άσκημα να
'παιρνα τον υπόγειο και να πήγαινα μέχρι την Κηφισιά. κάπου
δεκαπέντε χιλιόμετρα από δω, για ένα ζεστό γαλλικό καφέ.
Υπάρχουν εκεί κανά δυο μικρά καφέ, που παραμονές Χριστουγέννων στολίζονται με χρωματιστά κινέζικα φαναράκια και 
γιρλάντες από ασημένιες και μπλε-σαξ μπούλες. Έχουνε βέβαια
ένα ψευτορουστίκ ντεκόρ που σου ανακατεύει τ' άντερα καθώς
και τον αναπόφευκτο χριστουγεννιάτικο Σινάτρα στο στέρεο,
αλλά νωρίς τα βρίσκεις πάντα έρημα κι όμορφα μες στη βροχή,
τριγυρισμένα όπως είναι από γυμνόφυλλές λεύκες και φιδωτά παρτέρια που βγάζουν σε μισοκρυμμένες πέργκολες... Σίγουρα δεν ήταν ο καφές που χρειαζόμουνα, όσο τούτο το
φασματικό βύθισμα μέσα στη σατινέ μελαγχολία των Χριστουγέννων, την κατασκευή από βάρβαρο πλαστικό και χρυσαφί
Δανέζικο χαρτόνι.
Έκανα γρήγορα ένα τσεκάπ, πρώτα στην τσέπη μου... Βρήκα 
ένα χαρτονόμισμα των πενήντα και τριάντα δραχμές σε ψιλά: εισιτήριο με το τρένο πήγαιν' έλα, καφές και τσιγάρα. Κάτι 
παραπάνω από τέλειος. Απ' την άλλη, το χτύπημα στο έλκος μου
είχε μαλακώσει κι όσο πήγαινε εξασθένιζε. Σε λίγο θα μπορούσα να καπνίσω κιόλας. Μια θολούρα όμως που βάραινε τα μάτια 
μου, αποδείχτηκε ότι δεν την χρωστούσα στην τσουχτερή τσιγαρίλα της αίθουσας, αλλά μάλλον σ' έναν απαλό πόνο που στεφάνωνε γλυκά το μέτωπό μου, από το 'να μηνίγγι στ' άλλο,
κάπου στο ύψος των φρυδιών. Διέγνωσα επερχόμενο κρυολόγημα,
κάτι που μπορούσα εύκολα ν' αντιμετωπίσω παίρνοντας 
μια νοβαλζίνη-κινίνη από το πρώτο φαρμακείο. Στην ίδια αιτία
καταχώρισα μια ατονία των άκρων, που τη διαδεχόταν ένας
εκνευρισμός στις κλειδώσεις κι ένα άτσαλο πετάρισμα στο στομάχι,
αν και βασικά υποψιαζόμουνα ότι ήμουν ακόμα αιχμάλωτος
μιας κατάστασης που εγώ ονομάζω σύνδρομο του απολυτήριου
στρατού και που οι ημερήσιες εκδηλώσεις του πλουτίζονταν το
βράδυ από μια σειρά στρατιωτικούς εφιάλτες - που όλοι 
κόβονταν απότομα απ' τα ουρλιαχτά μου, τη στιγμή ακριβώς που
το γερμανικό τάνκς έλιωνε το χέρι του Τζακ Πάλλανς.


Οι φωτεινοί δείχτες του ρολογιού μου, μάρκας Sultana - 21
ρουμπίνια, έδειχναν δώδεκα παρά δέκα το μεσημέρι. Ο Μπόγκαρτ
εξέφρασε την επιθυμία, μόλις ξεμπερδέψει με τους μπάτσους, 
να συναντηθεί με την κυρία του στην Πάιτα, ένα νησάκι
έξω απ' τις ακτές του Περού˙ κι αυτή του έγνεψε συγκινημένη.
Τότε κι αυ΄τος αποχαιρέτισε την ωραία γυναίκα που τόσο πολύ
αγάπησε και γύρισε την πλάτη του, για να βαδίσει το μοναχικό
του δρόμο, κυνηγημένος απ' όλους τους μπάτσους της Δυτικής
Ακτής, καθώς η μουσική έμπαινε στην αποθέωση του φινάλε
και το κοινό αργασάλευε στα καθίσματά του.
Η δεύτερη ταινία ήταν μια πολεική με τον Ώντυ Μόρφυ και 
την είχα χτυπήσει στο Μοντιάλ την περασμένη βδομάδα. 
Κουκουλώθηκα λοιπόν με τη ναυτική πατατούκα μου κι έγειρα στο
πλάι, αποφασισμένος να πάρω έναν υπνάκο μέχρι τις τρεις 
τέσσερις. Πράγμα περίεργο αλλά στα σινεμά μέσα δεν είχα ποτέ
εφιάλτες.
Την περασμένη βδομάδα κοιμήθηκα δυο μεσημέρια στο 
Μοντιάλ παρέα με τη βραχνή φωνή της Άιντα Λουμπίνο, κι έχω ακόμα στα ρουθούνια μου τη μυρωδιά της αίθουσας που 'μοιαζε με σάπια βελούδινη κουρτίνα. Στο Αθηναϊκό δεν τα κατάφερα
έχει πάντα πολλή βαβούρα εκεί μέσα. Μέχρι και καφάσι
με λαχανικά ρίξανε οι πούστηδες απ' τον εξώστη. Απ' την Αλάσκα επίσης δεν έχω παράπονο. μόνο που κοιμήθηκα και δεν κατάφερα να δω το τέλος του Λαβ Μι ορ Λιβ Μι. Σήμερα είναι η τρίτη φορά μες στη βδομάδα που την πέφτω στο Ροζικλαίρ. Για τα Χριστούγεννα το βράδυ δεν έχω τίποτα να κάνω. Ίσως τη βγάλω εδώ μέσα. Στη βραδινή προβολή θα γεννηθεί ο Χριστός και μεις θα παίζουμε τα βόδια και θα τον ζεσταίνουμε με τα χνώτα μας... Για σκέψου... «Ο Χριστός γεννήθηκε στο Ροζικλαίρ». Να μια ωραία κοτσάνα γι' αποθήκευση. Έχω ένα
στοκ από τέτοιες-που οπωσδήποτε χρειάζονται ανανέωση. Τούτο
το τελευταίο φαίνεται κατάλληλο για καμιά τριαντάρα υπαρξίστρια, απ' αυτές τις μισότριβες με τα τσιτωτά μαύρα πουλόβερ, που σκάσαν μούρη στο τέλος της δεκαετίας του '50. Αν μάλιστα
το σερβίρω με λίγο Ζωρζ Μπρασσαίνς ή Μουλουτζί στο φόντο,
βγάζω Πρωτοχρονιά κι ίσως και τ' Αϊ-Γιαννιού μες στα μπούτια
της. Παραπέρα δε γίνεται γιατί στα τέλη του Φλεβάρη μ' Αρχές
Μάρτη σκοπεύω να ερωτευτώ.


Η μάχη είχε αρχίσει για τα καλά κι ο Ώντρυ προσπαθούσε μ' ένα
φλογοβόλο να πετάξει τους Γερμανούς έξω απ' το φυλάκιό
τους. Και μια και σ' όλες τις ταινίες οι Γερμανοί μαλάκες και τ'
αμερικανάκια τζίνια, στο τέλος θα τα κατάφερνε.
Τράβηξα την πατατούκα πάνω μου κι έκλεισα όλες τις χαραμάδες
γύρω γύρω, κάπου μακριά απ' αυτόν που με περίμενε να
τον φροντίσω, υπομονετικά ξαπλωμένος πάνω στα κρύα πλακάκια
του μπάνιου μας. Με περίμενε να μαζέψω από κάτω τα 
σκόρπια χαπάκια της τρινιτρίνης του και το πιεσόμετρό του,
ύστερα να τον πλύνω από τους εμετούς και τέλος να του βάλω
κάτι καθαρό επάνω του.
Τυλίχτηκα καλά μέσα στην πατατούκα μουκαι καθώς έπεφτα
σ' ένα βαθύ ύπνο, στη δέκατη τέταρτη ακριβώς σειρά της 
αίθουσας, πρόλαβα να ψελλίσω στο μυαλό μου, που κατρακυλούσε
σε κάτι μαύρα, βελούδινα σκαλοπάτια, πως αν ποτέ έχω 
κοριτσάκι, θα του δώσω τ' ωραιότερο όνομα που υπάρχει 
στον κόσμο. Θα το λένε Ρόζι-Κλαιρ.


Νίκος Νικολαΐδης
Γουρούνια Στον Άνεμο-Κεφ 1
Τρίτη Έκδοση
Εκδόσεις Καστανιώτη

[:hours_320±]



[:rasta]


 
...and then

[TIGER GOES CALYPSO (1965)]
[Emperor Dele Ojo & His Africana Internationals - Jekoyewa]

[:moleskine_days]



θα 'ναι, δε θα 'ναι κανά δυο μήνες, μπορεί και παραπάνω, συν-πλήν
 και πιθανόν πρωΐ σαββάτου -ή κυριακής. πίναμε καφέ. Εγώ κι ένας από τα παλιά που και είχαμε καιρό να βρεθούμε και να τα πούμε κι όλα αυτά που συμβαίνουν όσο περνά ο καιρός και μεγαλώνουμε και μαγαλώνουν και οι αποστάσεις μεταξύ μας.
Το τράβηξα όμως πολύ και δεν είναι αυτό το θέμα μας.
Μέσα σε διάφορα που λέγαμε λοιπόν και χωρίς πολλές - πολλές περιστροφές
μου είπε πως με κάποιον τρόπο -αυτό δεν το διευκρήνισε κι ας επέμεινα- 
βρέθηκε στο blog
σε τούτο που διαβάζεις τώρα, ναι, τι κοιτάς; περίμενες κανά άλλο;
είπε πως το έφαγε αρκετή ώρα -μπορεί και πρώτες πρωϊνές- να δγιαβάζει και να χαζεύει φωτογραφίες... συζητήσαμε κι άλλα -δεν αφορούν ούτε το ποστ-
και κάποια στιγμή έκανε την ερωτηση-κλειδί: Όλα αυτά που γράφεις, τα κρατάς γραμμένα σε χαρτί ή απλά υπάρχουν στον ιστό; -ιστό και μόνο, του απάντησα και μερικά, στην προσωρινή μου μνήμη τα οποία αν δεν τα ξεχάσω αμέσως μετά, τα ξεχνάω σε δυο-τρεις μέρες αργότερα...

μου ανάλυσε το αρνητικό του πράγματος, σκέφτηκα και γω πόσα και πόσα blogz έχουν πάει περίπατο ή έχουν σβηστεί, χαθεί κλπ και μαζί τους κι όλα όσα φιλοξενούνταν εκεί μέσα. Καταχώνιασα το περιστατικό σε κάποιο κουτάκι στο βάθος του μυαλού μου, πέρασε ή ώρα αφού τη σπαταλήσαμε σε άλλα  θέματα, πιο ανούσια και πιο ανώδυνακι έφυγα.

Καλά μέχρι εδώ; Μην απαντάς, θα σου πώ εγώ. Κάλλιστα...

Το περιστατικό το κουβέντιαζα με την Α. Την ξέρεις, από προηγούμενα ποστ. μην ξεφεύγουμε συνεχώς από το θέμα.. το κουβέντιασα λοιπόν μαζί της και δεν είπε και πολλά αλλά δυο μέρες μετά σκάει με ένα τετράγωνο κουτί, περιτίλιγμα κι όλα τα σχετικά του δώρου, ξέρεις... κάποια καχυποψία αρχικά, σκίσιμο περιτυλίγματος στη συνέχεια κι από μέσα ξεπρόβαλλε ένα μάυρο κατάμαυρό moleskine.... για να γράφεις τα απομνημονεύματά σου, μου κάνει....
Εν κατακλείδι, η κουβέντα με τον τύπο που λέγαμε στην αρχή του πόστ και το moleskine της Α. σήμαναν τη στασιμότητα του blog καθώς τα περισσότερα καταχωρούνται εκεί μέσα και μετά... άντε να κάνεις αποκρυπτογράφιση του γραφικού μου χαρακτήρα για να τα βάλεις στο blog. Βάλε και το γεγονός ότι είχαν να γράψω σε χαρτί πάνω από 10 χρόνια (ολογράφως: δέκα) και στην αρχή, όσο να πεις δυσκολεύτηκα κομματάκι. Άσε που δε θυμόμουν όυτε το γραφικό μου χαρακτήρα. Πρόβαρα δυο-τρεις μέχρι να αποφασίσω ποιός μου κάνει καλύτερα στο μάτι.
Αυτά λοιπόν... 
Καλό καλοκαίρι_
Ps: scroll down
το κομμάτι που ακολουθεί μπορείς να το θεωρήσεις 
από τα αγαπημένα μου για φέτος, 
πράγμα παράξενο επειδή δύσκολα βγάζω κομμάτια "αγαπημένα"
μαζί με αυτό εδώ (name your price)

...κι αυτό για το ποστ

[:middle]

...τώρα, το πως δημιουργήθηκε αυτή η τεράστια 
-σε μήκος- 
γρατζουνιά, πάνω στην επιφάνεια του γραφείου, είναι μυστήριο
και νομίζω πως τέτοιο θα παραμείνει...
μπορεί βέβαια να υπήρχε από καιρό και να ήτανε κρυμμένη
κάτω κάτω από τη σκόνη -παύλα- βρώμα. 
έλα όμως που καθαρίζω -το γραφείο- 
....και βάλε, φορές τη μέρα...
δε γαμιέται όμως
μια γρατζουνιά είναι, θα κάνω πως δεν τη βλέπω!
Η αποπάνω φωτογραφία, τραβήχτηκε εν κινήσει.
Στο πρώτο σχόλιο (και μοναδικό) 
θα βρείς την πλαίυλιστ
της πρώτης καλοκαιρινής εκπομπής στο RadioActive 91.3
το
Hammond Classics - Vanilla Time
έπαιξε δέυτερο και το κατεβάζεις φρη από εδω.
Το I Was Born a Looser
σε remix του Musi kal
δεν έπαιξε -ακόμα πουθενά από μένα
αλλά συνόδευε τη συγγραφή αυτού του ποστ.
το βρίσκεις εδώ

[:one_half_hour_later]


(mp3)
…στα ηχεία έπεσε το hicky burr από τον quincy jones και το σάουντρακ της ταινίας του fatih Akin, soul kitchen. 
(κάνε μου τη χάρη και πάτα το play από πάνω
To soul kitchen, μην τα λέω πάλι και καταντάω γραφικός, είναι το πρότυπο του μαγαζιού που θα ήθελα να έχω ή να δουλεύω αλλά μιας και τίποτα από τα δύο αυτά δεν πρόκειται ποτέ να συμβεί, περιορίζομαι σε αυτό της ταινίας. Θα μου πεις -κι εγώ θα σου ρίξω εν μέρει δίκιο- “πότε το είπες ρε φίλε;” και πάμε στο “εν μέρει”. εν μέρει λοιπόν, θα σου πω, “ας δγιάβαζες τα ποστ ολόκληρα και να μην κοίταζες μόνο τις εικόνες ή τη μουσική” κι εσύ, όντας ψαρωμένος θα πεις: “σε πχοιό ποστ ήτανε και δεν το είδα;” “Σ’ αυτό που δεν είδες” θα σου πω και θα λήξει εκεί ή μπορεί και να τραβήξουμε την κουβέντα. ποτέ δεν ξέρεις τι γίνεται με τις κουβέντες. είναι ύπουλα πράγματα (!) Αν πάλι από την άλλη, είσα τακτικός ανγνώστης αυτού του ιστολογίου -που χλωμό το κόβω- που ανανεώνεται όποτε το θυμάμαι, θα ξέρεις πως όντως δεν υπάρχει πουθενά ποστ για την ταινία του fatih akin, soul kitchen. Ασφαλώς και δεν υπάρχει, αφού ποτέ δεν έχω γράψει τίποτα πριν από σήμερα. 
 αλλά απ’ ότι βλέπεις και συ, ξεφύγαμε από το θέμα 
-ε, αυτά έχει η κουβέντα-ύπουλο πραμα, που λέγαμε και πριν. στα ηχεία λοιπόν, έπεσε το  hicky burr από τον quincy jones 
και το σάουντρακ της ταινίας του fatih akin, soul kitchen. 
Θα 'τανε μία, μιάμιση ώρα μετά -δεν παίρνω και όρκο, παρ’ όλα αυτά το έβαλα. 
Όλην αυτή την ώρα, με πλάτη σε μένα, με αγκώνα δεξιό ακουμπισμένο στη σανίδα του bar ένας τύπος, ρουφάει ποτά, κοιτάζει γύρω του και ταυτόχρονα κουνιέται 
στο ρυθμό της μουσικής. 
Μερικές φορές -σα να ξεχνιέται και το κούνημα -ρυθμικό πάντα- γίνεται πιο έντονο, 
μετά το θυμάται και μαζεύεται και πάει λέγοντας… πέφτει λοιπόν το  hicky burr από τον quincy jones και το σάουντρακ της ταινίας 
του fatih akin, soul kitchen 
και μετά τις πρώτες νότες ο τύπος, 
σα να θυμήθηκε πως υπάρχει κάποιος που επιλέγει (sic) τα κομμάτια γ
υρίζει προς το μέρος μου τόσο απότομα, που το ποτό του πήγε περίπατο, που πάει να πει, σχημάτισε μια λιμνούλα πάνω στη σανίδα του bar.! -milioka ξέρω γιατί έβαλες αυτό το κομμάτι!! βλέμμα που σήμαινε “γιατί” και “πες τι ξέρεις” ταυτόχρονα -για να μας κράξεις, ρε! -έχω λόγους; 
-ε ναι, επειδή σε κράζουμε και μεις -για κάποια κομμάτια που βάζεις!! -μια χαρά το πας το κούνημα τόσην ώρα όμως. μειδίαμα από τον μπαρτέντερ που καθαρίζει τη λιμνούλα που λέγαμε λίγο πιο πάνω. -εμένα μ’ αρέσουνε, για τους άλλους λέω. 
-γιατί; σου έκαναν παράπονα; 
-όχι ρε το φαντάζομαι, αφού όλοι κουβεντιάζουνε 
-είναι που δεν ξέρουν τα κομμάτια αλλι’ως, μπορεί και να τους άρεσαν -μπορεί, τι θα βάλεις μετά; 
-Avenue Du Gare -από; -από Tape Five, τους ξέρεις; -όχι αλλά θα μ’ αρέσουν, θα πιείς ένα ποτό; -φέρτο!!
στο πρώτο σχόλιο, θα βρεις την playlist από το 270 επισόδειο
στο RadioActive 91.3 (Sifnos) που ακούστηκε από τη συχνότητα 
το σάββατο, 31 μάη. τελευταία μέρα της άνοιξης