[:damage]

7
Εκείνο το βράδυ είδα έναν εφιάλτη, ήμουνα σε μια παρα-
λία τροπική, αμουδιά απέραντη με φοίνικες και φυσούσε
μανιασμένα, φυσούσε προς το πέλαγος και σήκωνε την 
άμμο, τα δέντρα έγερναν προς το νερό, ήταν απόγευμα κι
η άμμος έτσουζε στο πρόσωπο, κρατούσα με δυσκολία τα
μάτια μου ανοιχτά κι είδα μεσ΄απ΄τα σύννεφα της άμμου
ένα νεκροταφείο αυτοκινήτων μπροστά μου, δεν ήταν 
και πολύ μεγάλο, έβαλα τα δυνατά μου να φτάσω ως εκεί
και νύχτωσε, βγήκε ένα φεγγάρι τόσο δα, κατακίτρινο όμως,
στάθηκα μπροστά σ' ένα αυτοκίνητο μαύρο, παλιό, 
μεγάλο, έπιασα το χερούλι της πόρτας και το τραβούσα 
απεγνωσμένα, μέσα ήταν η Κάριν ντυμένη στα μαύρα,
το χρυσό κεράσι γυάλιζε στο στήθος της, έγειρε προς
το μέρος μου κι άνοιξε την πόρτα, μπήκα, την έκλεισα, 
πάμε, είπε, τι κάθεσαι; καθώς έψαχνα για κλειδιά,
ξέχασα τα κλειδιά, είπα
Βαγγέλης Ραπτόπουλος
Έμμονες Ιδέες, σελ 139



0 σχόλια [ποστ γιουαρ]:

Post a Comment

Μίλα κι εσύ (αλλά πες κάτι)