Showing posts with label Γουρούνια Στον Άνεμο. Show all posts
Showing posts with label Γουρούνια Στον Άνεμο. Show all posts

Γουρούνια Στον Άνεμο

1
Ο ΧΩΜΦΡΕΫ ΜΠΟΓΚΑΡΤ ΣΤΑΘΗΚΕ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟΝ ΚΑΘΡΕΦΤΗ
κι άρχισε να ξετυλίγει προσεχτικά τις γάζες απ' το
πρόσωπό του. Εδώ και μια βδομάδα όλοι οι μπάτσοι της
Δυτικής Ακτής έτρεχαν πίσω του κι αυτός για να τους ξεφυγει
έριξε μια πλαστική εγχείριση και άλλαξε τα χαρακτηριστικά του.
Δίπλα στα πόδια του κρεβατιού, μέσα στο θλιβερό δωμάτιο
του μοτέλ «Χοντρή Μάρθα», είχε σχηματιστεί ένα μικρό βουναλάκι
από επιδέσμους και χοντρές έμπυες γάζες... Ο Μπόγκαρτ
αποτελείωσε το δέσιμο της γραβάτας του, έριξε μια ματιά στον
καθρέφτη και δείχνοντας μάλλον ικανοποιημένος απ' το
καινουριο είδωλό του, χώθηκε σιγοσφυρίζοντας στο μπάνιο.


Οι δυο μικροί ανεμιστήρες του Ροζικλαίρ, ενός βρομερού 
κινηματογράφου στην αρχή του εμπορικού κέντρου της Αθήνας, 
αγωνίζονταν ν' ανακατέψουν  τον πηχτό αέρα της σκοτεινής
αίθουσας. Αν αυτή η εναλλασσόμενη ηλεκτρική αξιοπρέπεια των
220 βόλτ, που τους συντηρούσε βασανιστηκά,  τους το επέτρεπε, 
θα 'χαν από καιρό σωπάσει, τυλιγμένοι σ΄αυτή τη γλιτσιασμένη
πούδρα που βουτύρωνε όλη την άιθουσα και τα καθίσματα - 
στρώματα δηλαδή από ιδρώτα, φλόκια, τσιγαρίλα και φρέσκο
καυσαέριο, δεμένα όλα μαζί από σταγόνες πρόστυχο άρωμα, ένα
ξέπλυμα που φλιτάριζε με την τρόμπα η κουτσή ταξιθέτρια
και που θύμιζε γιασεμί, θάνατο και Λίζαμπεθ Σκοτ.
Στο μεταξύ και μέχρι να τους συμβεί κάτι συνταρακτικό,
καρφωμένα στις δύο άκρες της αίθουσας, τα δύο μαυριδερά 
μηχανάκια γερνούσαν μέσα στη μάκα τουςμ παρέα με τον 
Μάσιγκαν Κέλυ, τον Μπέιμπυ-Φέης Νέλσον, τον Πρίττυ-Μπόυ
Φλόυντ και τον μεγάλο Φου Μαντσού, και με την οδυνηρή
βεβαιότητα πως το μάρτυριό τους δε θα 'χε σταματημό, μια και
κανένας από τους σνόμπ κλιματιστές των αριστοκρατικών 
σινεμά της οδού Σταδίου, με τις εξωτικές προδιαγραφές και τα 
τροπικά ονόματα, δε θ' άντεχε πάνω από δυο μέρες στο φλόμωμα 
του Ροζικλαίρ.
Ο Μπόγκαρτ σφήνωσε ένα τσιγάρο ανάμεσα στα δόντια του
το άναψε, τσάκισε το σπίρτο, χαμογέλασε μετά στην κοπέλα με
τις μπλε γαρδένιες και προχώρησε με αργά βήματα προς το 
εσωτερικό του μπαρ.
Την ίδια στιγμή άνοιξε η πόρτα της αίθουσας κι ο θόρυβος
της βροχής όρμησε μέσα, παρέα μ' έναν άντρα που κουτρουβάλησε
στο σκοτεινό διάδρομο, αφήνοντας πίσω του μια μυρωδιά
από βρεμένο ρούχο, μέχρι που πήγε στα τυφλά και τσακίστηκε
πάνω στα καθίσματα.
Ο Μπόγκαρτ έριξε μια γουλιά μπέρμπον μες στο στομάχι του
είπε στον άνθρωπο που καθόταν πίσω από το μπαρ πως έχει
πιεί και καλύτερο πετρέλαιο από αυτό που του πασάρισε και
μετά γύρισε και κοίταξε σκεφτικός την πλατεία...Με τ' ακροδάχτυλά
του έπιασε να τρίβει το λοβό του δεξιού του αυτιού, σημάδι
πως σκεφτόταν.
Η πόρτα του καμπινέ μισάνοιξε, μια γλώσσα κιτρινωπό φως
μαζί με μια ριπή υγρασίας κατεβασμένη από κάποιο φωταγωγό
μπουκάρισε στην αίθουσα φορτωμένη σκουπιδίλα και κάτουρο,
αλλά κανείς δεν έδωσε σημασία. Τότε ήταν που ο Μπόγκυ τίναξε
τη γροθιά του και τη βίδωσε στα μούτρα ενός σκληρού, που
'μοιαζε με κουστουμαρισμένη ντουλάπα. τη στιγμή που αυτός
τιναζόταν προς τα πίσω καιγια να γίνει και ο σχετικός φραμπαλάς,
εμφανίστηκε και μια γκαρσόνα σπρώχνοντας ένα μικρό τρόλεϊ
φίσκα στις φλαμπαρισμένες κρέπες, τα σουφλέ σοκολάτα και
άλλα τέτοια σκατά. Ο τύπος έπεσε πάνω του θεαματικά, το τσάκισε,
γλίστρισε, πασαλείφτηκε στις φαντασμαγορικές σάλτσες κι
όταν με τα πολλά κατάφερε να σταθεί στα πόδια του, ο Μπόγκαρτ
τον έπιασε απ' τα πέτα, τον τράβηξε κοντά του κι άρχισε
να του μιλάει με κείνο τον ιδιαίτερο, ρινόφωνο και φιδίσιο
τρόπο, που τον έκανε να συρίζει στα συριστικά και να δαγκώνει
τα δόντια του στα οδοντόφωνα, λες και με κόπο κρατιότανε να
μην τα φτύσει στα μούτρα του αντικρινού του. Σίγουρα ο Μπόγκυ
έπασχε από νεύρωση της οδοντοστοιχίας κι αυτό το 'χε γυρίσει
σε στυλάκι.
-Μπασκίνας δεξιά, ούρλιαξα και χώθηκα στο κάθισμα, καθώς 
μετην άκρη του ματιού μου έπιασα μια κοντόχοντρη σιλουέτα
να γλιστράει ύπουλα στο διάδρομο, τυλιγμένη στο γνωστό μπλε
μπάτσικο αδιάβροχο που γυάλιζε απ΄τη βροχή.
Κάτι πιτσιρικάδες, δυο σειρές μπροστά μου, πέσαν στα τέσσερα
και πνίξαν τα τσιγάρα τους. Ο μπάτσος, γιατί τέτοιος ήταν 
τελικά, έψαχνε να βρει από που ήρθε η ειδοποίηση, μέχρι που
μια ψευτοαδελφούλα τον ξεφώνισε απ' τα πίσω καθίσματα -«Αχ,
κυρ αστυνόμε...»-κι αμέσως ακολούθησε μια άγρια κουρσάρικη
φωνή απ' το μεσαίο κατάρτι του Ροζικλαίρ:
-Όταν κλάνεις, σβήνει η λάμπα ρε μαλάκα;
Ο μπάτσος μυρίστηκε ότι είχαν πέσει άγριοι στην πρωϊνή,
κατέβηκε το διάδρομο κι έκανε πως πάει για κατούρημα. Μετά από
λίγο ανέβηκε σέρνοντας από το μπράτσο μια πουτάνα που
ξετρύπωσε απ' τις πρώτες σειρές, όπου την είχε στείσει και δεχότανε.
Είχε μπει στην αίθουσα το πρωί, λίγα λεπτά πριν αρχίσει το
έργο. Η΄μαστε δέκα άτομα όλοι κι όλοι, χαμούρηδες και με την
τσίμπλα στο και κανένας μας δεν έκανε τέτοια ώρα κέφι
για κράξιμο και έτσι ιστορία. Στάθηκε στην άκρη του διαδρόμου
στάζοντας νερά, έβγαλε από το κεφάλι της μια πλαστική διάφανη
σακούλα, την τίναξε από τις στάλες της βροχής, τη δίπλωσε
με επιμέλεια και πήγε σκυφτή και άραξε στα μπροστινά
καθίσματα. Ήταν τριαντάρα, σπασμένη και ντυμένη μαθήτρια, με
μπλε ποδιά κι άσπρο γιακαδάκι. Φορούσε και σοσόνια με
ξεχειλωμένα λάστιχα, που 'πεφταν πάνω στα παπούτσια της -
κάτι ψηλοτάκουνα ξώφτερνα πέδιλα, πράσινο παπαγαλί χρώμα.
Μέχρι την ώρα που τη μάζεψε ο μπάτσος, ζήτημα είναι αν
πρόλαβε να ξεφλοκιάσει τέσσερις, πέντε από κει μέσα.
Ο διπλανός μου, ένας τύπος με φάτσα που 'φερνε σε προπολεμικό
φιατάκι και που συνέχεια πάλευε με τα κρεατάκια της
μύτης του, διπλώθηκε ξαφνικά στα δύο κι έκανε σα να πνιγόταν.
Για την ακρίβεια, βρισκόταν σε μια φάση όπου απ' τη μία
προσπαθούσε να αναπνέυσει κι από την άλλη να καθαρίσει το
λαιμό του, πρα΄γμα που τον δυσκόλευε λιγάκι. Τελικά το κατάφερε
και σκύβοντας περισσότερο ξέρασε ένα κομπολόι ροχάλες,
που βρόντηξαν χάμω.
-σιγά ρε κοκίτη μας πιτσίλισες... μουρμούρισε ο μπροστινός
του και γύρισε και τον μέτρησε μες στο σκοτάδι με γυαλιστερά
μάτια.
Ο άλλος δεν του απάντησε, έβγαλε μόνο ένα βαθυ αναστεναγμό
και ξάπλωσε αποκαμωμένος στην καρέκλα του.
Μετακινήθηκα δυο θέσεις παραδίπλα, χώθηκα στο κάθισμα κι
αφού κάπως βολεύτηκα, έβαλα ανάμεσα στο κεφάλι μου και
στο γλιτσιασμένο ύφασμα της πλάτης την πρωϊνή μου εφημερίδα,
γιατί από ψείρες εκεί μέσα, άλλο τίποτα.
Η ταινία τράβαγε προς το τέλος. Ο Μπόγκαρτ κάτι εξηγούσε
σε μια κυρία - που είχε, φαίνεται, προσωπικά με το μαρτίνι
της, γιατί καθώς τον άκουγε, το χτύπαγε με μια γκρίζα ελιά
καρφωμένη στην άκρη μιας οδοντογλυφίδας.
Στο μεταξύ η βροχή είχε φέρει πελατεία-καμια τριανταριά
μουσκεμένους, που η ζέστη απ' τα χνώτα τούς στέγνωνε τα ρούχα
και τα 'κανε ν΄αχνίζουν πάνω τους.
Ανακάθισα και χτύπησα ελαφρά το 'να παπούτσι μου με τ'
άλλο, για να πέσει το σβολιασμένο πριονίδι που 'χα κουβαλίσει
στις βρεμένες σόλες μου από την είσοδο μέχρι το κάθισμά μου.
Όλη αυτή η κίνηση δεν ήταν τίποτ' άλλο παρά μια προετοιμασία
για ν' αντιμετωπίσω δυναμικά την επίθεση μιας γενικής
δυσφορίας που με περιτριγύριζε αρκετή ώρα τώρα. Μέσα σ' ελάχιστα
δευτερόλεπτα κατόρθωσα να την εντοπίσω: περιοριζόταν στο
κέντρο του στήθους μου κι εκδηλωνόταν με μια σειρά μικρά κι
εκνευριστικά τσιμπήματα. Στο μεσόστερνό μου υπήρχε ένα
μόνιμο πια έκζεμα, από άγριο δέρμα στο μέγεθος παλάμης, που
δεν ανεχόταν ούτε καθαρό νερό νερό απάνω του. Τράβηξα λίγο το
ιδρωμένο πουκάμισο και το ξεκόλλησα απ' το τρίγωνο. Τα
τσιμπήματα σταμάτησαν αμέσως. Ήμουνα όμως μουσκεμένος
στον ιδρώτα κι η ατμόσφαιρα ήταν αποπνικτική και γεμάτη
υγρασία. Σίγουρα ήθελα να φύγω από δω μέσα, αλλά αυτό δεν
μπορούσε να γίνει πριν τελειώσει και η προβολή της δεύτερης 
ταινίας. Για την ακρίβεια μάλιστα, δεν έπρεπε να μετακινηθώ
καθόλου απ' τη δέκατη τέταρτη σειρά, όπου και άραζα κι αυτό
γιατί υποτίθεται πως σ' αυτή τη σειρά θα με συναντούσε κάποιος,
άγνωστος σε μένα, για να μου δώσει έντυπο υλικό. Να το
κάνω τι δεν ήξερα, αλλά θα μου 'λεγε.
Ήταν μια ηλίθια ιστορία που δημιούργησε ο αδερφός μου και
που μ' έμπλεξε δίχως να με ρωτήσει.
Πριν φύγει για τη Γαλλία και για να ξεπεράσουμε τη λογοκρισία
που γινόταν από τη στρατιωτική Χούντα στις επιστολές του 
εξωτρικού, κανονίσαμε να γράφουμε τα μυστικά μας, χρησιμοποιώντας
κάθε τρίτη λέξη σε κάθε τρίτη σειρά του γράμματος.
Ενθουσιασμένος ο δικός μου απ' την πρώτη κιόλας μέρα που
πάτησε το πόδι του στο Παρίσι άρχισε να εφευρίσκει μυστικά
και διάφορες συνταρακτικές πληροφορίες του κώλου, μόνο και
μόνο για να μπορεί να χρησιμοποιεί τον κώδικά μας.
Στην αρχή τον ανέχτηκα, γιατί καταλάβαινα πως κάπως έτσι 
ξεφόρτωνε λίγο τη συνείδησή του απ' τις ταξικές ενοχές της,
όπως έλεγε και ο Κούλης ο Κοκόνιεφ. Μετά όμως από τα γεγονότα
του Μάη ξεσπάθωσε, παράτησε τις σπουδές του, οργανώθηκε 
στους τσεγκουεβαρικούς κι άρχισε να με βομβαρδίζει με
δεκαπεντασέλιδες επιστολές, όπου οι κωδικοποιημένες μαλακίες
του ρίχνανε Ντακότα.
Πριν από λίγες μέρες μου 'στειλε ένα γράμμα και μου σφύριξε 
το σημερινό  ραντευού. Είχε φροντίσει να στριμώξει τις 
ημερομηνίες ώστε το γράμμα του να φτάσει σε τέτοια στιγμή,
που να μην έχω πια τα περιθώρια να το ακυρώσω. Το μόνο 
ενθαρρυντικό σ' αυτή την υπόθεση ήταν το ότι όρισε τόπο της 
συνάντησης το Ροζικλαίρ. σημάδι πως παρ' όλη την οργανωμένη
πολιτικοποίησή του, αυτός ο μαρξιστής της τσέπης διατηρούσε ακόμα
κάτι απ'το χιούμορ της παλιάς γειτονιάς μας.
Έτσι καρφώθηκα στην πρωϊνή του Ροζικλαίρ γι' αυτόν τον
άγνωστο που θα μου 'ρχόταν κουβαλώντας παραμάσχαα ένα
μάτσο παράνομο χαρτοπόλεμο -να τον κάνω τι δεν ήξερα,
αλλά θα μου έλεγε.

Χώθηκα μες την πολυθρόνα μουκαι σκέφτηκα πως, όταν
ξεμπερδέψω απ' αυτήν την υπόθεση, δε θα 'ταν κι άσκημα να
'παιρνα τον υπόγειο και να πήγαινα μέχρι την Κηφισιά. κάπου
δεκαπέντε χιλιόμετρα από δω, για ένα ζεστό γαλλικό καφέ.
Υπάρχουν εκεί κανά δυο μικρά καφέ, που παραμονές Χριστουγέννων στολίζονται με χρωματιστά κινέζικα φαναράκια και 
γιρλάντες από ασημένιες και μπλε-σαξ μπούλες. Έχουνε βέβαια
ένα ψευτορουστίκ ντεκόρ που σου ανακατεύει τ' άντερα καθώς
και τον αναπόφευκτο χριστουγεννιάτικο Σινάτρα στο στέρεο,
αλλά νωρίς τα βρίσκεις πάντα έρημα κι όμορφα μες στη βροχή,
τριγυρισμένα όπως είναι από γυμνόφυλλές λεύκες και φιδωτά παρτέρια που βγάζουν σε μισοκρυμμένες πέργκολες... Σίγουρα δεν ήταν ο καφές που χρειαζόμουνα, όσο τούτο το
φασματικό βύθισμα μέσα στη σατινέ μελαγχολία των Χριστουγέννων, την κατασκευή από βάρβαρο πλαστικό και χρυσαφί
Δανέζικο χαρτόνι.
Έκανα γρήγορα ένα τσεκάπ, πρώτα στην τσέπη μου... Βρήκα 
ένα χαρτονόμισμα των πενήντα και τριάντα δραχμές σε ψιλά: εισιτήριο με το τρένο πήγαιν' έλα, καφές και τσιγάρα. Κάτι 
παραπάνω από τέλειος. Απ' την άλλη, το χτύπημα στο έλκος μου
είχε μαλακώσει κι όσο πήγαινε εξασθένιζε. Σε λίγο θα μπορούσα να καπνίσω κιόλας. Μια θολούρα όμως που βάραινε τα μάτια 
μου, αποδείχτηκε ότι δεν την χρωστούσα στην τσουχτερή τσιγαρίλα της αίθουσας, αλλά μάλλον σ' έναν απαλό πόνο που στεφάνωνε γλυκά το μέτωπό μου, από το 'να μηνίγγι στ' άλλο,
κάπου στο ύψος των φρυδιών. Διέγνωσα επερχόμενο κρυολόγημα,
κάτι που μπορούσα εύκολα ν' αντιμετωπίσω παίρνοντας 
μια νοβαλζίνη-κινίνη από το πρώτο φαρμακείο. Στην ίδια αιτία
καταχώρισα μια ατονία των άκρων, που τη διαδεχόταν ένας
εκνευρισμός στις κλειδώσεις κι ένα άτσαλο πετάρισμα στο στομάχι,
αν και βασικά υποψιαζόμουνα ότι ήμουν ακόμα αιχμάλωτος
μιας κατάστασης που εγώ ονομάζω σύνδρομο του απολυτήριου
στρατού και που οι ημερήσιες εκδηλώσεις του πλουτίζονταν το
βράδυ από μια σειρά στρατιωτικούς εφιάλτες - που όλοι 
κόβονταν απότομα απ' τα ουρλιαχτά μου, τη στιγμή ακριβώς που
το γερμανικό τάνκς έλιωνε το χέρι του Τζακ Πάλλανς.


Οι φωτεινοί δείχτες του ρολογιού μου, μάρκας Sultana - 21
ρουμπίνια, έδειχναν δώδεκα παρά δέκα το μεσημέρι. Ο Μπόγκαρτ
εξέφρασε την επιθυμία, μόλις ξεμπερδέψει με τους μπάτσους, 
να συναντηθεί με την κυρία του στην Πάιτα, ένα νησάκι
έξω απ' τις ακτές του Περού˙ κι αυτή του έγνεψε συγκινημένη.
Τότε κι αυ΄τος αποχαιρέτισε την ωραία γυναίκα που τόσο πολύ
αγάπησε και γύρισε την πλάτη του, για να βαδίσει το μοναχικό
του δρόμο, κυνηγημένος απ' όλους τους μπάτσους της Δυτικής
Ακτής, καθώς η μουσική έμπαινε στην αποθέωση του φινάλε
και το κοινό αργασάλευε στα καθίσματά του.
Η δεύτερη ταινία ήταν μια πολεική με τον Ώντυ Μόρφυ και 
την είχα χτυπήσει στο Μοντιάλ την περασμένη βδομάδα. 
Κουκουλώθηκα λοιπόν με τη ναυτική πατατούκα μου κι έγειρα στο
πλάι, αποφασισμένος να πάρω έναν υπνάκο μέχρι τις τρεις 
τέσσερις. Πράγμα περίεργο αλλά στα σινεμά μέσα δεν είχα ποτέ
εφιάλτες.
Την περασμένη βδομάδα κοιμήθηκα δυο μεσημέρια στο 
Μοντιάλ παρέα με τη βραχνή φωνή της Άιντα Λουμπίνο, κι έχω ακόμα στα ρουθούνια μου τη μυρωδιά της αίθουσας που 'μοιαζε με σάπια βελούδινη κουρτίνα. Στο Αθηναϊκό δεν τα κατάφερα
έχει πάντα πολλή βαβούρα εκεί μέσα. Μέχρι και καφάσι
με λαχανικά ρίξανε οι πούστηδες απ' τον εξώστη. Απ' την Αλάσκα επίσης δεν έχω παράπονο. μόνο που κοιμήθηκα και δεν κατάφερα να δω το τέλος του Λαβ Μι ορ Λιβ Μι. Σήμερα είναι η τρίτη φορά μες στη βδομάδα που την πέφτω στο Ροζικλαίρ. Για τα Χριστούγεννα το βράδυ δεν έχω τίποτα να κάνω. Ίσως τη βγάλω εδώ μέσα. Στη βραδινή προβολή θα γεννηθεί ο Χριστός και μεις θα παίζουμε τα βόδια και θα τον ζεσταίνουμε με τα χνώτα μας... Για σκέψου... «Ο Χριστός γεννήθηκε στο Ροζικλαίρ». Να μια ωραία κοτσάνα γι' αποθήκευση. Έχω ένα
στοκ από τέτοιες-που οπωσδήποτε χρειάζονται ανανέωση. Τούτο
το τελευταίο φαίνεται κατάλληλο για καμιά τριαντάρα υπαρξίστρια, απ' αυτές τις μισότριβες με τα τσιτωτά μαύρα πουλόβερ, που σκάσαν μούρη στο τέλος της δεκαετίας του '50. Αν μάλιστα
το σερβίρω με λίγο Ζωρζ Μπρασσαίνς ή Μουλουτζί στο φόντο,
βγάζω Πρωτοχρονιά κι ίσως και τ' Αϊ-Γιαννιού μες στα μπούτια
της. Παραπέρα δε γίνεται γιατί στα τέλη του Φλεβάρη μ' Αρχές
Μάρτη σκοπεύω να ερωτευτώ.


Η μάχη είχε αρχίσει για τα καλά κι ο Ώντρυ προσπαθούσε μ' ένα
φλογοβόλο να πετάξει τους Γερμανούς έξω απ' το φυλάκιό
τους. Και μια και σ' όλες τις ταινίες οι Γερμανοί μαλάκες και τ'
αμερικανάκια τζίνια, στο τέλος θα τα κατάφερνε.
Τράβηξα την πατατούκα πάνω μου κι έκλεισα όλες τις χαραμάδες
γύρω γύρω, κάπου μακριά απ' αυτόν που με περίμενε να
τον φροντίσω, υπομονετικά ξαπλωμένος πάνω στα κρύα πλακάκια
του μπάνιου μας. Με περίμενε να μαζέψω από κάτω τα 
σκόρπια χαπάκια της τρινιτρίνης του και το πιεσόμετρό του,
ύστερα να τον πλύνω από τους εμετούς και τέλος να του βάλω
κάτι καθαρό επάνω του.
Τυλίχτηκα καλά μέσα στην πατατούκα μουκαι καθώς έπεφτα
σ' ένα βαθύ ύπνο, στη δέκατη τέταρτη ακριβώς σειρά της 
αίθουσας, πρόλαβα να ψελλίσω στο μυαλό μου, που κατρακυλούσε
σε κάτι μαύρα, βελούδινα σκαλοπάτια, πως αν ποτέ έχω 
κοριτσάκι, θα του δώσω τ' ωραιότερο όνομα που υπάρχει 
στον κόσμο. Θα το λένε Ρόζι-Κλαιρ.


Νίκος Νικολαΐδης
Γουρούνια Στον Άνεμο-Κεφ 1
Τρίτη Έκδοση
Εκδόσεις Καστανιώτη

316










για μια στιγμή σκέφτηκα να γυρίσω πίσω. Να πετάξω τη βαλίτσα μου στο πορτ-μπαγκάζ, να κάτσω στο πίσω κάθισμα ανάμεσα στον μιχαλάκη και τον Μπογκομόλετς, ν' ανάψω ένα μυρωδάτο Τσέστερφηλντ κι όλοι μαζί ν΄αμοληθούμε και να ψάξουμε για τα παιδιά με τα βεσπάκια και τη μάυρη Φόρντ, που κάπου χάθηκαν.
-Φεύγα τώρα, άκουσα δίπλα μου τη φωνή του Τάκη.
Κι αυτό ακριβώς έκανα.

κεφάλαιο 29


Μπροστά στην κεντρική είσοδο είδα τον Μίμη τον Μπογκομόλετς να τσακώνεται με μια άγνωστη, δίπλα σ’ ένα πράσινο κουρσάκι. Φαινόταν πολύ αναστατωμένος, χειρονομούσε άτσαλα και ξεφώνιζε.
Αυτή ήταν μια κοντή κοπελίτσα με γκρενά μάλλινο φόρεμα κι ο Μίμης την άρπαζε και την κοπάναγε κάθε τόσο πάνω στο κουρσάκι και κάτι της φώναζε θυμωμένος. Σε μια στιγμή άνοιξε την πόρτα, τη σβούριξε μες στ’ αμάξι κι ύστερα κοπάνησε την πόρτα και την έκλεισε με φοβερή δύναμη μες στα μούτρα της. Αυτή έσκυψε πάνω απ’ το τιμόνι κι άρχισε να γυρίζει τη μίζα. Ο Μίμης έριξε μια ζοχαδιασμένη βόλτα γύρω από τον εαυτό του κι ύστερα πλάκωσε τις λαμαρίνες στις κλωτσιές. Κι όταν το κουρσάκι πήρε μπροστά κι έκανε να φύγει, αυτός παράτησε τις λαμαρίνες, άρπαξε το πόμολο της πόρτας, την άνοιξε, τράβηξε την κοπελίτσα έξω, την έστησε στα πόδια της κι άρχισε πάλι να την κοπανάει πάνω στο κουρσάκι.
Ξεκίνησα προς το μέρος τους.
―Παλιοκαργιόλα, της φώναζε, ’σου γαμήσω το μουνί που σε πέταγε... Τι νόμιζες μωρή κουφάλα, ότι με κάνανε με Μπογκομόλετς οι γονιοί μου;
Έτσι και του έμεινε το παρατσούκλι Μίμης ο Μπογκομόλετς.
―Αφού δε σας είδα, του φώναξε η κοπελίτσα.
―Αφού σου χτύπησα το καπώ, μωρή πουτάνα, ούρλιαξε και την κοπάνησε πάλι πάνω στ’ αμάξι.
Χώθηκα απ’ το πλάι, τον αγκάλιασα και τον τράβηξα, προσπαθώντας να τον ξεκολλήσω από πάνω της.
―Τι έγινε ρε Μίμη; τον ρώτησα.
―Το παλιόμουνο πήγε να με σκοτώσει. Έριξε την όπισθεν κι όποιον πάρει ο χάρος.
―Καλά, εντάξει, χεσ’ την τώρα, προσπάθησα να τον ηρεμήσω.
―Τι να την χέσω ρε φίλε; Με πήρε ο προφυλακτήρας και κόντεψε να με λιώσει στο πεζοδρόμο γαμώ το μουνί που την πέταγε...
Και τινάχτηκε, μου ξέφυγε και την κοπάνησε πάλι πάνω στ’ αμάξι.
―Αφού δε σας είδα, ξαναφώναξε η κοπελίτσα.
Ο Μίμης της τράβηξε μια σφαλιάρα κι αυτή άρχισε τα ξεφωνητά.
Φαίνεται ότι η παρουσία μου τους είχε εξαγριώσει.
Έπεσα πάλι πάνω του και τον αγκάλιασα με όλη μου τη δύναμη. Σηκώθηκε και κλώτσησε στον αέρα με δύναμη για να μου ξεφύγει, αλλά του είχα κολλήσει σα στρείδι. 
―Φύγε μωρή καργιόλα, γιατί θα σε γαμήσω επί τόπου, της φώναξε θολωμένος.
―Άσ’ την, ρε μαλάκα. Πως θα φύγει αφού την κρατάς...
Μας έσυρε και τους δύο καροτσάκι και μας πήγε μέχρι την πόρτα. Πέταξε τη γκόμενα μέσα κι ύστερα της κοπάνησε πάλι την πόρτα μες στα μούτρα. Κι εκεί έκανα τη μαλακία μου και τον παράτησα κι αυτός τότε βρήκε την ευκαιρία και τράβηξε μια φοβερή γροθιά πάνω στο παρμπρίζ και το έκανε θρύψαλα. Στη συνέχεια αγκιστρώθηκε πάνω στο πόμολο και δεν ήθελε ν’ αφήσει τ’ αμάξει να φύγει. Η άλλη έριξε μια καρφωτή που της μάσησε τα γρανάζια κι έκοψε το τιμόνι προς τα πάνω μας. Τον άρπαξα απ’ τη μέση και τον τράβηξα πίσω, μη μας πάρει τα πόδια… και το πράσινο κουρσάκι έφυγε προς το βάθος του δρόμου, αφήνοντας πίσω του μια μυρωδιά καμένου.
―Η παλιοκουφάλα… μουρμούρισε ταραγμένος, κοιτάζοντας προς το βάθος του δρόμου. Νόμιζε ότι μ’ έκαναν με Μπογκομόλετς οι δικοί μου. Τόσα χρόνια με μεγαλώνουνε κι αυτό το μουνόπανο θα με καθάριζε μέσα σ’ ένα δευτερόλεπτο.
Κι ύστερα σωριάστηκε ταραγμένος στο ρείθρο του πεζοδρομίου. Μετά έβγαλε ένα μαντήλι και τύλιξε το χέρι του. Γονάτισα δίπλα του... Γύρισε και με κοίταξε κι έβαλε τα γέλια.
―Η παλιοκουφάλα, μουρμούρησε.
―Από που έσκασε αυτή;
―Ούτε που ξέρω, πρώτη φορά τη βλέπω.
Απ’ τη μεγάλη πόρτα του Green Park σερνότανε σαν τον καπνό η βραχνή φωνή της Έρθα Κιτ.
―Πάμε μέσα, του είπα και τράβηξα ένα κινγκ-σάιζ Τσέστερφηλντ απ’ το πακέτο μου.
―Ματσωμένος, παρατήρησε  κι έριξε μια ματιά στο φουσκωμένο πακέτο. Πάλι της τα πήρες;
―Δύσκολα χρόνια, του είπα. 
Η Αγνή, που είχα γνωρίσει στα δεκατέσσερά μου, το ’παιζε μπέμπα, αλλά μου ’ριχνε κιόλας πέντε χρόνια. Μέχρι να το πάρω είδηση έφτασα στα δεκαπέντε, όπου και με ξεπαρθένεψε. Αυτή έλεγε ότι την έσπασα, αλλά μάλλον το αντίθετο έγινε. Και τώρα, στα δεκάξι μου, που άρχισε να γίνεται έντονη η διαφορά της ηλικίας μας, άρχισε να μου τα ρίχνει στάνταρ, μήπως κι έτσι με κρατήσει αποκλειστικό.
Μεταξύ μας κάπου κι εγώ γούσταρα και κολακευόμουνα, γιατί ήμουνα ο πιο πιτσιρικάς κι από τους λίγους στην παρέα που ’χε μόνιμο πήδημα. Έπειτα η Αγνή δεν ήτανε κάμμια βουρλογκόμενα… Ντυνότανε σα φιγουρίνι, διέθετε μια ψηλή και λεπτή σιλουέτα, βυζί-κοτρόνα, μυτούλα ρετρουσέ σε στυλ Κάθριν Γκρέυσον, πλαισιωμένη απ’ το νυσταγμένο βλέμμα, τα πρόστυχα χείλη και το προβληματικό ύφος της Γκλόρια Γκράχαμ―που έγινε και η αγαπημένη μου, απ’ τη στιγμή που της έκαψε το πρόσωπο εκείνο το καθήκι ο Λη Μάρβιν, στο Μπιγκ Χητ.
Τους τελευταίους πέντε μήνες η Αγνή χτύπαγε κανονικά όλα τα καταστήματα της οδού Ερμού και ειδικότερα τα δισκάδικα γύρω απ’ την πλατεία Κλαυθμώνος. Είχε ένα σακ-βουαγιάζ με φερμουάρ στον πάτο και τ’ άφηνε πάνω στον πάγκο του μαγαζιού, καπάκι στα εμπορεύματα που ’χε αναγκάσει τις πωλήτριες να κατεβάσουν απ’ τα ράφια. Στο τέλος, για να μην προκαλέσει υποψίες, αγόραζε κάτι φτηνό. Κι όπως αυτές προσπαθούσαν να συμμαζέψουν τη θύελλα που ’χε επίτηδες δημιουργήσει, η Αγνή έχωνε τα χέρια της μες στο σακ-βουαγιάζ και δήθεν ψαχούλευε για να βρει τα χρήματά της. Άνοιγε όμως το φερμουάρ και τράβαγε μέσα ό,τι βρισκόταν από κάτω του, μετά το έκλεινε κι έφετγε σαν κυρία. Έτσι χτες χτύπησε τριάντα δισκάκια με τους Αλιείς Μαργαριταριών της Κατερίνα Βαλέντε κι ύστερα τους σκότωσε στον Παππού, στο Μοναστηράκι.
 ―Πάμε μέσα, κερνάω βερμουτάκια, του είπα.
Το εσωτερικό του Green Park φλερτάριζε με το αρτ ντεκό χωρίς να τα καταφέρνει και πολύ καλά. Η δεξιά του πόρτα, δίπλα στο φράχτη του Πάρκου, οδηγούσε στο Whisky a Gogo, ένα υπόγειο νάιτ-κλαμπ που άνοιγε σπάνια και μόνο όταν θέλαμε να χορέψουμε. Η αριστερή πόρτα είχε καταργηθεί και στον προθάλαμό της είχε δημιουργηθεί ένα μεγάλο δωμάτιο, φωτισμένο από απαλό πράσινο νέον, ικανό να φιλοξενήσει στους φαρδιούς κναπέδες του καμιά δεκαπενταριά απ’ την παρέα. Έξω από το πράσινο δωμάτιο στεκόταν φρουρός ένα πολύχρωμο τζουκ-μποξ.
Η κεντρική είσοδος έφερνε μπροστά σε μια γιγαντιαίων διασ΄τασεων γυαλιστερή προθήκη γεμάτη πάστες, τούρτες και παγωτά. Κι εκεί που τελείωνε, άρχιζε μια φαρδιά μαρμάρινη σκάλα με σπανιόλικες σιδεριές, που ανέβαινε σ’ ένα μεγάλο εξώστη με κοκκινωπά μαρμάρινα τραπεζάκια και πράσινες δερμάτινες πολυθρόνες. Η πίσω πλευρά του εξώστη κρεμόταν σαν μπαλκόνι πάνω από μια μόνιμα έρημη οβάλ αίθουσα με μεγάλες κυκλικές τζαμαρίες, που άφηναν να φαίνεται η τροπική βλάστηση του Πάρκου.
―Δωσ’ μου ένα τσιγάρο, είπε ο Μίμης μόλις μπήκαμε μέσα.
―Από πότε; τον ρώτησα, γιατί ήξερα ότι δεν κάπνιζε.
―Θέλω τον καπνό για το χέρι μου. Τρέχει αίμα.
―Και θα βάλεις Τσέστερφηλντ στο χέρι σου;
―Έλα μωρέ μαλάκα μου τώρα.
Τράβηξα με βαριά καρδιά δυο τσιγάρα απ’ το πακέτο μου. Τα πήρε κι έφυγε για την τουαλέτα, να πλυθεί λιγάκι.
Απ’ το βάθος εμφανίστηκε ο κυρ Μήτσος με το άσπρο σακάκι και το μαύρο παπιγιόν.
―Έχετε μύνημα απ’ τον κύριο Όλιβερ, είπε.
―Πρώτα δυο βερμούτ με πάγο, κυρ Μήτσο, του είπα κι έφυγα για το πράσινο δωματιάκι.
Ήταν ένας κολλαριστός και με περιποιημένα νύχια, λιγομίλητος, αξιοπρεπής και πάντα θλιμμένος άνθρωπος. Απευθυνόταν σ’ όλους τους πιτσιρικάδες στον πληθυντικό, έγραφε κρυφά απ’ τη διεύθηνση τα βερεσέδια μας, κρατούσε μηνύματα και σίγουρα δεν τον έλεγαν Μήτσο. Κάποτε τον φώναξε έτσι ο Πωλ κι όπως αυτός τ’ άκουσε και γύρισε, του ’μεινε.
Ήτανε Παρασκευή βραδάκι. Το ρολόι μου, μάρκας Sultana - 21 ρουμπίνια, έδειχνε εφτά και μισή, ώρα λούκι και ερημιά για το Green Park…
Η πρώτη δόση, το νυφοπάζαρο, ανακατεμένο με κάτι κυρίες του τσαγιού με χτιστά γαλαζωπά μαλλάκια, έπεφτε από τις τρεις το μεσημέρι μέχρι τις έξι. Κυριαρχούσαν όμως τα γκομενάκια με τα φουντωτά φουρό, παζ μαλλάκια και μπανλόν ζακετάκια, που κατέβαιναν στο Green Park μήπως και χτυπήσαν κανένα βουτηρομπεμπέ δόκιμο της Ναυτικής Σχολής, με σκούρα μπλε στολή, χρυσά κουμπιά, επωμίδες, σπυράκια και σπαθάκι. Πίνανε μόνο σουμάδες και τσάι, τρώγανε μόνο σεράνο και νουγκατίνες κι άκουγαν μόνο Λουίς Αλπμέρτο ντε Παράνα και Λος Ίντιος Ταμπαχάρας και το ’βαζαν όλοι μαζί στα πόδια έτσι και ξέπεφτε καμιά δικιά μας μούρη νωρίτερα απ’ ό,τι υπολογίζανε…
Η δεύτερη δόση βασίλευε από τις οκτώ το βράδυ μέχρι τις δύο το πρωί. Σουινγκάδες, ροκάδες, αγριοαλανιάρες, καυλιάρες του μάμπο, μανιακοί μπλουζίστες του στυλ «το πάτημα της τσίχλας» και στην περιφέρεια αγριοπούστηδες του Διπλωματικού, ανώμαλοι τραπεζικοί, κωλόμπες χορογράφοι, Ρουμπιρόζες και μεγαλοβίζιτες, που έκαναν ό,τι μπορούσαν για να την χωθούνε στην παρέα μας, αλλά δεν έτρεχε τίποτα. Έπεσε κάποτε κι ένας πονηρός να μας πουλήσει χασίσι και τον κάναμε ίσα μ’ ένα άλογο στο ξύλο και τον πετάξαμε νύχτα, με σπασμένα πλευρά, σε μια στέρνα, στ’ ανατολικά του Πάρκου, δίπλα στο φράχτη με τα παγώνια.
ήμουνα δεκάξι χρονών, 1,84 ψηλός με φαρδιές πλάτες και μακριά πόδια, ο μοναδικός που έκανα σπαγγάτη φιγούρα στο ροκ χωρίς να τσακίζω τ’ αρχίδια μου και περιφερόμουνα πάντα με ύφος βλοσυρόκαι διάθεση μπλουζόν-νουάρ. Σήμερα κυκλοφορούσα τυλιγμένος μέσα σ’ ένα σπάνιο θαλασσί Ράνκλαιρ, μαύρο πέτσινο μπουφάν  που μου ’χε δανίσει ο Νίκος ο Θαλασσινός για ένα σαββατιάτικο πάρτι κι ακόμα το ’ψαχνε κι από μέσα το άσπρο πουλόβερ του Ντόντου, που το ’πλυνε η μάνα του και του ’φτασε μέχρι τα γόνατα και μου το χάρισε. Στην τσέπη μου βάραιναν τα δυο χιλιάρικα που ’χα χτυπήσει απ’ την Αγνή το μεσημέρι. Γι’ αυτό κι όταν έπιασα με την άκρη του ματιού μου δυο στιλάτες γκόμενς απ’ το τζουκ-μποξ να με κοιτάνε με το πίπερμαν στο χέρι, τις μέτρησα με μια ματιά που σίγουρα τους έδωσε να καταλάβουν ότι τις υπολόγιζα για κάτι από σκουληκαντέρες και κάτω. Μετά χώθηκα στο πράσινο δωματιάκι, χύθηκα στον καναπέ και περίμενα τα βερμουτάκια μου και τον Μίμη τον Μπογκομόλετς.
Σε λίγο ψάχτηκα για ψιλά, για να ρίξω κανένα δισκάκι στο τζουκ-μποξ που έπαιζε το Αππλ-Μπλόσομ Τάιμ της Τζο Στάφορντ, αλλά δε βρήκα τίποτα. Κοίταξα έξω απ’ τη τζαμαρία κι είδα ότι είχε αρχίσει να ρίχνει ένα ψιλό νεράκι. Τις γκόμενες απέφυγα να τις κοιτάξω, αλλά αισθανόμουνα κιόλας κάτι κλεφτές ματιές, πνιχτά γελάκια και ψιθυριστό κους-κους.
Ο Μίμης έπεσε στον καναπέ απέναντί μου. 
―Πως είναι το χέρι σου; τον ρώτησα.
―Το γάμησα, είπε, αλλά θα κλείσει. Τι κάνουμε σήμερα;
―Περιμένουμε…
―Φαίνεται ότι σκάει πάρτι στην Κηφισιά.
―Που το ’μαθες;
―Πήρε ο Όλιβερ τηλέφωνο κι άφησε μήνυμα για σένα στον κυρ Μήτσο. Θα σ’ τα πει ο ίδιος. Ρε συ, ξέρεις τι είδα σήμερα;
Άναψα ένα Τσέστερφηλντ, ξεφύσηξα τον καπνό και τον ρώτησα.
―Έχει βγει ένα πράγμα στρογγυλό, πως να σου το πω τώρα, στέρεο σαν σαπούνι κι όταν το τρίβεις στο χέρι σου λιώνει λίγο κι αφήνει ένα υγρό που μυρίζει ωραία.
―Και τι το κάνουνε αυτό;
―Είνα, λέει, για να το βάζεις στις μασχάλες σου, να μη μυρίζουν.
―Άι στο διάολο…
―Αλήθεια σου λέω. Το είδα και χάζεψα. Το ’φερε ένας ξάδελφός μου ναυτικός απ’ την Αμερική. 
―Μαλακίες λες τώρα.
―Αφού σου λέω, το είδα… Ήταν μέσα σε μια στρογγυλή θήκη και το ’σπρωχνες από κάτι κι έβγαινε σαν καυλί.
―Κι ήταν στέρεο κι όταν το ’τριβες στο χέρι σου γινόταν υγρο;
―Λόγω τιμής…
―Καλά, εσύ ονειρέυεσαι τώρα.
―Άντε και γαμήσου, είπε ο Μίμης.
―Τα βερμούτ, είπε ο κυρ Μήτσος κι ακούμπησε τα παγωμένα ποτήρια πάνω στο τραπέζι. Κι αυτό απ’ τον κύριο Όλιβερ, συμπλήρωσε κι άφησε δίπλα μου μια χοντρή πλαστική σακούλα με δίσκους. Θα σας πάρει τηλέφωνό να σας πει κάποια διεύθυνση στην Κηφισιά κι εσείς ξέρετε τι θα κάνετε μετά.
Και βέβαια ήξερα.
(συνεχίζεται)


Ένα μέρος του κεφαλαίου 29, (σελ. 234-240) από το βιβλίο του 
Νίκου Νικολαΐδη, Γουρούνια Στον Άνεμο, έκδοση τρίτη, εκδόσεις Καστανιώτη.

La Yegros "Viene De Mi"