the last summer night on earth_



δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο από τη θέα μίας σχεδόν
άδειας παραλίας στο τέλος του καλοκαιριού...

...το σκηνικό της εγκατάλειψης, φέρνει και την ταυτόχρονη
απομόνωση...




βρίσκομαι στην παραλία του ....
η ομπρέλλα ανοιχτή αλλά κανένας από κάτω...
το iPod, φτύνει μουσική...
Ismael Miranda Me Voy Ahora (Joe Claussell Remix)
...κάποιος φίλος πήρε τηλέφωνο σαν το άκουσε λέγοντας:
"Το κομμάτι του 2011",
κάποιος άλλος, ούτε να το φτύσει...




Υπάρχουν κάποιοι γύρω, ελάχιστοι
και το αλλάτι κολλάει πάνω μου
και με πιάνει φαγούρα, ξαναβουτάω...

...καθισμένος,
με την πλάτη στα ξύλα που φιλοξενούσαν καφέδες, νερά
και τα ηχεία του iPod, όλο το καλοκαίρι...
...αγναντεύω...


...έχει περάσει κάμποση ώρα από τη δύση του ηλίου
κι αρχίζει σιγά σιγά να νυχτώνει...
..ένας φίλος βιάστηκε να φύγει χωρίς να χαιρετήσει..
μπορεί και να έψαξε να με βρει...


κάποιοι άλλοι έφυγαν ... γενικά...
είναι βαρειά η μοναξιά μας
βαρύτερη κι από τη μοναξιά της επαρχίας τον χειμώνα...
...σε κάνει να νοιώθεις εξόριστος...

χτυπάει το τηλέφωνο...
"τη Δευτέρα πιάνεις δουλειά, μην ξεχαστείς..."



Me Voy Ahora κι εγώ....
στο δρόμο της επιστροφής_


Flowers Of Romance The Last Summer Night (On Earth)
Magnet Last Day Of Summer (Cosmos Vox)
the day just was

Cut Cropped (What A Day)
Mathieu Hobiere Feat. Marzenka High On You
Mathieu Hobiere High On You (Eddie Silverton Remix)
Wishbone Ash - Leaf And Stream

photos via

[:page 432]

Είχε σηκωθεί μια μικρή υγρασία σέρνοντας φρέσκια μυρωδιά πρασινογάλαζα φύκια 
και πάνω στα βράχια στο τέλος της αμμουδιάς κάτι θαλασσινές κουμαριές 
είχαν κιόλας σκοτεινιάσει—τα πρόσωπά τους απ' τη δύση κόκκινος χαλκός στα μάτια πράσινες ρωγμές σημάδι κάποιων χρόνων υγρασίας.  
—Τον ήλιο κοίτα ρε φίλε. Έσβησα το τσιγάρο μου σηκώθηκα 
πήρα το δρόμο πίσω να περάσω τη μεγάλη άμμο να βγω στη δημοσιά 
για την αφετηρία όμως αυτοί μ' αφήσανε και μείνανε σαν πετρωμένοι 
να κοιτούν τη θάλασσα 
τους φώναξα μια δυο φορές μα δε μ ' ακούσανε—θα με προλάβουνε στο λεωφορείο σκέφτηκα κι αν το χάσουν θα με βρουν στο Στέκι—όπως και να 'ναι πάντως κάπου θα βρεθούμε.  
 
ο ήχος του βιβλίου που πέφτει στο πάτωμα τον ξυπνά... 
 "πόση ώρα κοιμάμαι";  
κάνει να δει την ώρα στους φωσφορίζοντες δείκτες του παλιού ρολογιού  
αλλά κι αυτό είναι πεσμένο με τα μούτρα στο κομοδίνο.  
άναμμα αναπτήρα (ήχος από zippo), μια δυνατή τζούρα καπνού....  
κάποια μουσική ακούγεται αχνά...  
 
...και σχεδόν η ανάσα του...  
 
...σκοτάδι


Days Of Salt And Sand_

Low pressure zone zero five:
Days Of Salt And Sand
by miliokas







TRACKLIST
01) Parov Stelar - Powder (feat. Billy Kern)
02) Cayetano - Ondeia
03) Thievery Corporation - So Vast As The Sky
04) Karuan - Pop Arif (feat. Mara Mastelir)
05) Cayetano - All I Can Do
06) Thievery Corporation - Is It Over?
07) Holden - Madrid
08) The Earthbound - DJ Lo Fi (Blend Remix)
09) DAB - Spirit Of Florecita

 original post
 


Τις νύχτες, όταν σβήνεις το φως, να θυμάσαι πάντα 
να βγάζεις εκείνο το καλοκαίρι
από την πρίζα. 
Μπορεί να ανατιναχτούμε. 
Μπορεί να ναυαγήσαμε. 
Αλλά κρατήσαμε μέσα μας όλη τη μαγεία του ταξιδιού. 
Ένα ταξίδι που ποτέ δεν άρχισε_ (via)
 

[:page 397]




Κάθονταν απέναντι ο ένας από τον άλλο, αμίλητοι, συνοφρυωμένοι
δε μιλούσαν,
μερικές φορές τύχαινε και οι ματιές τους αντάμωναν η μία την άλλη
αλλά τότε ήταν που γύριζαν απότομα το κεφάλι από την άλλη

και το ψηφιακό κοντέρ μετρούσε ασταμάτητα το χρόνο...
"η έννοια του χρόνου δεν υφίσταται..."
Κάπου έπαιζε και μια μουσική...
Ερχόταν αχνά στ' αυτιά τους ανακατεμένη με ήχους του δρόμου
και ήχους από zippo που άναβαν τα τσιγάρα...

Τα τσιγάρα άναβαν γρηγορότερα από ότι καιγόντουσαν
και το ψηφιακό κοντέρ μετρούσε ανελέητα το χρόνο...
Υπήρχε κι αυτή η μόνιμη ρυτίδα ανάμεσα στα φρύδια του...
Πριν μερικό καιρό την είχε χάσει, δε γνώριζε καν που πήγε,
γιατί τον άφησε και αναρωτιόταν αλλά ήξερε πολύ καλά πως θα επέστρεφε.
Δριμύτερη από κάθε άλλη φορά...
(για τη ρυτίδα μιλάμε, έτσι;)

Κι έτσι σήμερα που τη συνάντησε το πρωΐ, παρέα με τη μούρη του στον καθρέφτη,
ένοιωσε και πάλι πολύ οικεία μαζί της.
Με τη ρυτίδα, έτσι; Όχι με τη μούρη του. Τη μούρη του, προτιμούσε να μην τη βλέπει.

Έριξε μια ματιά προς το μέρος της της τη στιγμή που νόμιζε πως δεν τον έβλεπε
αλλά αυτή τον κοιτούσε.
Τράβηξε το βλέμμα του. Δεν ήθελε να δει τα μάτια της.
Τον κοίταξε μέσα στα μάτια, μετά τον ξανακοίταξε και μετά το κεφάλι της έπεσε στον ώμο της.
Όχι στον αριστερό, στον άλλο...
Έμεινε για λίγο εκεί αλλά ήταν σκοτάδι και δε μπορούσε να διακρίνει τίποτα.
Μόνο το γαμημένο το ψηφιακό κοντέρ που με τους φωτεινούς του δείκτες μετρούσε ασταμάτητα και μάκραινε την απόσταση.
Σαν τότε που...
Τότε που... δε θέλει να θυμάται όμως...
Ήχος από zippo, σαν όπλο. Όπλο ο zippo; Πως του ήρθε τώρα αυτό..
Έριξε μια ματιά στο προφίλ της. Φαινόταν απασχολημένη με κάτι αλλά αυτός δεν ήξερε με τι αλλά δεν προσφέρθηκε και να ρωτήσει...
Και το ψηφιακό κοντέρ συνέχιζε να μετρά το χρόνο.
Έπαιξε με το zippo.
Ο zippo της Αλεξάνδρας.
Και η μορφή της χαμένη ανάμεσα στα ατέλειωτα νούμερα κάποιου ψηφιακού κοντέρ...

Άναψε ένα καινούργιο κακοστριμμένο τσιγάρο από μια καινούργια σακούλα καπνού. Μέτρησε και τις υπόλοιπες πάνω στο τραπέζι. Διψήφιος αριθμός και μετά κι άλλο νούμερο. Σε ευρώ αυτή τη φορά. Βλαστήμισε.
Από μέσα του επειδή σήμερα κανείς τους δε μιλούσε.
"Έτσι κι αλλιώς άμα δεν έχεις τίποτα να πεις, καλύτερα να το βουλώνεις".
Η μορφή της στο σκοτάδι ή καλύτερα στο μισοσκόταδο αλλά και πάλι σκοτάδι ήτανε.
Το δωμάτιο συνέχιζε να φωτίζεται μόνο από τις κάφτρες των τσιγάρων κι από τους δείχτες του ψηφιακού κοντέρ που δεν έλεγε με τίποτα να χαλάσει...
"I got a piece of meat In between my teeth I will bite your throat If you move on me"

"...έτσι είναι ρε φίλε αυτό που θέλεις να χάσεις δε χάνεται ποτέ
—δε φεύγει και σε περιμένει—
κι αυτό που θέλεις να σε περιμένει πάντα φεύγει και χάνεται..."
Γύρισε να δει από που ερχόταν και βρέθηκε στο πάτωμα.
Έξω είχε πάρει να σουρουπώνει και το ψηφιακό κοντέρ ασφαλώς και δεν υπήρχε πουθενά.
Ούτε και τίποτα άλλο. Ούτε καν εκείνη.
Από τον υπολογιστή μόνο ακουγόταν η μουσική...
"Κοιμόμουν όλη τη μέρα" μουρμούρισε βλαστημώντας και τράβηξε προς το νιπτήρα να ρίξει νερό στο πρόσωπό του....
"Γαμημένα όνειρα..." συνέχισε αλλά ο ήχος του νερού σκέπασε τα υπόλοιπα λόγια του. Ανάμεσα από το νερό που τον ξέπλενε η μορφή της Αλεξάνδρας του χαμογελούσε από τον καθρέφτη.
"Ακόμα σε όνειρο βρίσκομαι",
σκέφτηκε και της γύρισε την πλάτη ψάχνοντας πετσέτα...

[:passionate tango]


Magda Navarrette - Tango De Amor

..... και συ μου λες....
γλώσσα δε βάζεις μέσα σου, συνέχεια λες
κι οι λέξεις.... οι λέξεις...
γρίφοι, σαν τους χρησμούς της Πυθίας
που τελικά ερμηνεύονται με δυο χιλιάδες τρόπους...

και μετά;
μετά τι;
και μετά
τι να σου κάνουν και οι λέξεις;
ο αέρας τις παίρνει και είναι σα να μην ειπώθηκαν ποτέ
αλλά εδώ και χιλιάδες χρόνια
σ' αυτόν τον κωλότοπο που επέλεξα να ζήσω έχει πάψει να φυσάει πια
και οι λέξεις δεν έχουν να πάνε κάπου
αιωρούνται και με κοιτάζουν χαιρέκακα
κι εσύ συνεχίζεις να λες... και να λες...
υπάρχει κάποιος που να μπορεί να ακούει;
μόνο να ακούει, χωρίς να μιλά....

όμως οι πράξεις;

κι αυτές συγκεχυμένες και ασαφείς...
βήματα μπρος και βήματα πίσω
ένα παθιάρικο tango που θα κρατήσει πόσο;
όσο παίζει η μουσική;

Από το βάθος, ένας ξερός κρότος ακούγεται και

η μουσική κόβεται απότομα...
καθώς βυθίζεται το μόνο που προλαβαίνει να σκεφτεί είναι:
"Κρίμα που τελείωσε απότομα. Κι ήταν τόσο ωραίο τραγούδι..."
και μετά... μετά σα να σκοτείνιασε απότομα...

[:no hard feelingz]

Mink De Ville - Demasiado Corazon

...ξεκίνησε να ετοιμάζεται για κείνο το ραντεβού κάμποσες ώρες νωρίτερα. Βασικά, ξεκίνησε να ετοιμάζεται από νωρίς, επειδή ήθελε να είναι σένιος αλλά κι επειδή ήθελε να φτάσει νωρίτερα για να μπορέσει να εκτιμήσει την κατάσταση... Και όπως ήταν αναμενόμενο, όλα έγιναν ακριβώς αντίθετα. Δηλαδή, έγιναν όπως έπρεπε να γίνουν αλλά αντίθετα απ' ότι τα σχεδίαζε καθ' ότι δε φημιζόταν και για τη συνέπειά του. Αυτό το τελευταίο το ήξερε. Το αρνιόταν αλλά το ήξερε. Και πολύ καλά μάλιστα. ... και να τώρα που βρισκόταν που βρισκόταν να πλησιάζει "στο σημείο αναφοράς" -του ραντεβού δηλαδή, με κάμποση καθυστέρηση και περισσότερη νευρικότητα. Σα μαθητής. Και τα είχε βάλει και με τον εαυτό του έτσι όπως ένοιωθε. Περισσότερο επειδή είχε ξεχάσει πως είναι να νιώθεις έτσι. Πλησίαζε λοιπόν με τα χέρια χωμένα ανάποδα στις κωλότσεπες του τζην -τις είχε πιάσει και τις τραβούσε προς τα πάνω- και κλωτσώντας ένα τενεκεδένιο μπλε κουτί από μπύρα. Φιξ. Η μπύρα! Έριξε μια ματιά στην ξύλινη, κρεμαστή πινακίδα της καφετέριας. "Cafe Del Mar". Έσμιξε τα φρύδια σα να τον στράβωνε ο ήλιος. Ηλίθιο όνομα για μαγαζί, σκέφτηκε. Κάτι του θύμιζε και το όνομα αλλά το άφησε για αργότερα. Έβγαλε τα χέρια από τις κωλότσεπες και τα μετακόμισε στις μπροστινές. Σούταρε μακριά και το κουτάκι της μπύρας και μπήκε στο μαγαζί. Την είδε που καθόταν. Απέναντι. Για να λέμε την αλήθεια, δεν την είδε ακριβώς. Περισσότερο μύρισε το άρωμά της. Και όπως συνήθιζε να λέει και ο ίδιος "ένα άρωμα και μια μουσική, σε ταξιδεύουν ασύλληπτα πίσω στο χρόνο". Και η πλάτη της γυρισμένη προς αυτόν. Και χάζευε τη θάλασσα ή έκανε πως τη χάζευε. Από κει που ήταν δε μπορούσε να δει καλά. Είχε ξεχάσει και τα γυαλιά του. Ηλίου τα γυαλιά! Όχι μυωπίας. Δεν ήταν και τόσο γέρος ακόμα ώστε να χρειάζεται γυαλιά. Κάποιες άσπρες τρίχες στα γένια και αυτό ήταν όλο. Αυτή φάνηκε σα να τον περίμενε ή σαν να τον είχε καταλάβει. Μαζί της δε μπορούσε να είναι ποτέ σίγουρος αλλά γύρισε προς το μέρος του λίγο πριν φτάσει στο τραπέζι. Μάζεψε λίγο τα πόδια της -αυτός δε μπόρεσε να μην τα θαυμάσει- κι έστρωσε το φόρεμά της καθώς ολοκλήρωνε την κίνησή της. »Στην ώρα σου ήρθες... η φωνή της ακούστηκε ειρωνική. αλλά δεν έδωσε σημασία. Τόσα χρόνια μετά είχε σχεδόν ξεχάσει πως ήταν η φωνή της.. »έμπλεξα στην κίνηση της είπε. Δεν έβρισκα να παρκάρω, συνέχισε.... Είχε έρθει με τα πόδια όμως κι αυτή το ήξερε. έβγαλε τα γυαλιά της και τα άφησε πάνω στο τραπέζι δίπλα απ΄την κούπα με τον ελληνικό καφέ. Κόκκινα, κάπως ρετρό γυαλιά, λίγο στρογγυλά... Το σχολίασε ενώ ταυτόχρονα σκεφτόταν πως ακόμα δεν είχε κόψει τις παλιές της συνήθειες και συνέχιζε να πίνει ελληνικό καφέ μες στο κατακαλόκαιρο ενώ αυτός τον σιχαινόταν. Του έφερνε πρήξιμο στο στομάχι... Ανασήκωσε το φρύδι της. Το συνήθιζε όταν ήθελε να του πει κάτι που θα τον έκανε να ερχόταν σε δύσκολη θέση. Όχι ότι αυτός ερχόταν ποτέ σε δύσκολη θέση. Το πολύ - πολύ κάνα σφίξιμο στο στομάχι ή λίγο ψηλότερα. » το περίμενα πως θα το πεις αυτό, είπε » αυτό; ποιο αυτό; » πως θα σχολιάσεις τα γυαλιά μου είπε αυτή -αυτός περιορίστηκε μόνο να σκεφτεί πως όλο αυτό ήταν ένας ανόητος τρόπος να ξεκινήσει μια κουβέντα που απλά ποτέ δεν είχε τελειώσει. Είχε μείνει στη μέση. Και μετά... μετά τίποτα.. Κάποια στιγμή σταμάτησαν όλα. Αυτός είχε φύγει και μετά έμαθε πως κι αυτή είχε κάνει το ίδιο, με κάποια καθυστέρηση βέβαια αλλά το έκανε... Πριν λίγες μέρες είχαν συναντηθεί με τον Κάππα -όλως τυχαίως και καλά- σε ένα μπαράκι που αυτός είχε να πατήσει τι πόδι του πάνω από δέκα χρόνια -ίσως και περισσότερα... Ο Κάππας ήταν λακωνικός. Την είχε δει -όλως τυχαίως- είχε ακόμα το ίδιο νούμερο στο κινητό της κι αυτός το ήξερε απ' έξω, ακόμα το θυμόταν δηλαδή. Το δικό του δεν είχε καταφέρει να αποστηθίσει ποτέ αλλά αυτό δεν είναι του παρόντος. Ο Κάππας του είπε επίσης πως μιλήσανε γι αυτόν -δεν είχε καθίσει πολύ μαζί της του είπε αλλά αυτός δεν τον πίστεψε, είπε πως θα ήθελε να τον δει, να μιλήσουν, τι κάνει και τέτοιες μαλακίες και -το τόνισε αυτό- να συνεχίσουν την κουβέντα από κει που την είχαν παρατήσει. Αυτός δηλαδή, καθότι αυτός ήταν που την είχε κάνει πρώτος... » Η Αλεξάνδρα μου είπε... » κι όλα αυτά όλως τυχαίως, έτσι; τον είχε διακόψει απότομα με κάποια ειρωνεία κι εκείνος είχε περιοριστεί στο να κάνει μια κίνηση που δε γινόταν να ερμηνευτεί... Είπαν κι άλλα αλλά δεν τα θυμάται τώρα πια! Όπως για το πόσο καιρό είχε να περάσει κι ο Κάππας από το ίδιο μαγαζί και πως στο διάβολο είχε βρεθεί εκεί εκείνη τη βραδιά και πως ήξερε η Αλεξάνδρα πως κι αυτός θα ήταν εκεί. »Θα στέκεσαι πολλή ώρα έτσι; Η φωνή της τον ξαναφέρνει στο παρόν και νιώθει σα να ξυπνάει από ένα όνειρο απότομα και ιδρωμένος » Ε; στεκόταν ακόμα όρθιος με τα χέρια στις μπροστινές τσέπες. »Οκ είμαι, της είπε, -χαζεύω το τοπίο και με το βλέμμα του έδειξε τα μακρυά πόδια της που κατέληγαν σ' ένα ζευγάρι γόβες. Την είδε που χαμογελούσε φιλάρεσκα καθώς παραμέριζε τελείως τις σκέψεις του. Έβγαλε τα χέρια από τις τσέπες του παρέα με τον καπνό και τον παμπάλαιο zippo του, τράβηξε την καρέκλα να καθίσει ενώ αναρωτιόταν αν όντως όλα αυτά του συνέβαιναν στ' αλήθεια ή τα ζούσε μέσα από κάποιο όνειρο που έμοιαζε πέρα για πέρα αληθινό... Κάθισε κι άρχισε να στρίβει ένα τσιγάρο, έψαχνε με τα μάτια του για τον σερβιτόρο όταν την άκουσε να λέει: "smoking will kill you" στα αγγλικά.. Αναρωτήθηκε ξανά αν όλα αυτά όντως τα ζούσε ή ονειρευόταν. Δεν ήταν καθόλου σίγουρος αν σήμερα το πρωΐ είχε όντως ξυπνήσει. Δε θυμόταν καμία από τις πρωινές του δραστηριότητες... Κι αυτός ο γαμημένος ο σερβιτόρος που ήταν; Ήθελε απεγνωσμένα καφέ κι ας ήταν νερόπλυμα... "smoking will kill you" Τη λοξοκοίταξε. Καθόταν στα δεξιά του. Μετατοπίστηκε. Δεν την ήθελε στα δεξιά του. Καλύτερα απέναντι, σκέφτηκε κι αμέσως μετά λοξοκοίταξε και τον καπνό. Αυτός ήταν στ' αριστερά του. "Το κάπνισμα βλάπτει εσάς και τους γύρω σας", διάβασε πάνω στην καπνοσακούλα »Μαλακίες, σκέφτηκε...
 »Έχεις δίκιο της είπε... και τράβηξε μια πιο γερή ρουφηξιά νιώθοντας τον καπνό μέχρι τα νύχια του.
 »Το σβήνω ...συνέχισε περισσότερο για ν' αποφύγει τη γκρίνια της και βούτηξε τον καπνό, τον έχωσε στην μπροστινή δεξιά τσέπη του τζην του, πήρε και το zippo κι άρχισε να παίζει με το καπάκι ενώ ήξερε πως όσες φορές το έκανε αυτό, αυτή εκνευριζόταν
... Το τσιγάρο συνέχισε να σιγοκαίγεται στην άκρη των χειλιών του. Ο σερβιτόρος ακόμα να φανεί. Τράβηξε ακόμα μία ρουφηξιά από το τσιγάρο και τα μάτια του δάκρυσαν. Ξεφύσηξε κι έβηξε. "Κλακ-κλακ-κλακ-κλακ" το καπάκι του zippo πηγαινοερχόταν δαιμονισμένα μες στην παλάμη του και τον υπνώτιζε... (...) Μάλλον από συνήθεια στο λέω πια! Αλλά θα μας σκοτώσουν τελικά. Ίσως και να το έχουν κάνει. Μου αρέσει το παιχνίδι με τον καπνό και δεν με ενοχλεί καθόλου... Ίσως μια τζούρα και για μένα (...) Προσπαθούσε να καταλάβει τι του έλεγε. Τώρα πια ήταν σίγουρος πως έβλεπε όνειρο, όλα αυτά δεν ήταν δυνατό να του συμβαίνουν στ΄αλήθεια. Είχε για μια στιγμή μόνο χαθεί στις σκέψεις του και είχε ακούσει μόνο τα τελευταία λόγια που του έλεγε αλλά προτίμησε να το παίξει άνετος. Την ξανακοίταξε καχύποπτα. Αυτό το "μια τζούρα και για μένα" δεν του καλάρεσε αλλά προς το παρόν προτίμησε να το βάλει παρέα με τις προηγούμενες σκέψεις του και να τις επεξεργαστεί όλες μαζί αργότερα όντας πιο ήρεμος. Συνέχιζε όμως να παίζει με το καπάκι του zippo και θυμήθηκε πως έτσι τη γνώρισε....
 Έφερε τον αναπτήρα στη μύτη του και μύρισε. "Τίποτα σαν τη μυρωδιά της βενζίνης" της είπε με μια υποψία χαμόγελου. "ίσως αυτή του μουνιού" το τελευταίο το σκέφτηκε μόνο, δεν το ξεστόμισε. Αυτή σκοτείνιασε, ήπιε μια γουλιά καφέ από τον καφέ της, γύρισε προς το μέρος του και τον κοίταξε με αποδοκιμασία "ακόμα να την κόψεις αυτήν τη παιδική συνήθεια"; Την κοίταξε με απορία. "αυτήν με το zippo και το καπάκι" του είπε. Αποφάσισε πως σήμερα δεν ήταν μέρα για καυγάδες, ακούμπησε τον αναπτήρα όρθιο πάνω στο τραπέζι δίπλα από τα κόκκινα παλιομοδίτικα γυαλιά της, δίπλωσε τα χέρια πίσω από το κεφάλι του, τέντωσε τα πόδια του κοιτώντας τις ταλαιπωρημένες του μπότες και αναρωτήθηκε άλλη μια φορά αν όντως όλα αυτά γίνεται να συμβαίνουν σε αυτόν κι αν ναι, γιατί τώρα και αν αυτή -η Αλεξάνδρα- είχε ξεχάσει πως εξαιτίας του zippo είχαν γνωριστεί. Την είδε σα να ένιωσε λίγο άσχημα που του είχε μιλήσει απότομα αλλά είχε μάθει να μην την εμπιστεύεται πια Έτσι κι αλλιώς από πάντα, απρόβλεπτη ήτανε. Άρχισε να αισθάνεται άβολα. τόσην ώρα εδώ πέρα -έπειτα από τόσα χρόνια και μια κουβέντα της προκοπής δεν είχαν ανταλλάξει. Σαν το ζευγαράκι το χαρούμενο που βγήκε απλά να ξεσκάσει έπειτα από μια γερή δόση σεξ και ανταλλαγής υγρών και τώρα απλά ήθελαν να καθίσουν και να λιώσουν κάτω απ' τον ήλιο μέχρι την επόμενη φορά. Κι ας είχαν περάσει τόσα χρόνια... "Κλακ-κλακ-κλακ-κλακ" το καπάκι του zippo πηγαινοερχόταν. Αναρωτήθηκε αν υπάρχει περίπτωση να κοπεί το καπάκι του αναπτήρα έτσι όπως το κακομεταχειριζότανε τόσην ώρα. Απότομα θυμήθηκε τον σερβιτόρο που ακόμα δεν είχε έρθει και νευρίασε. Όμως τα νεύρα του ήταν εξαιτίας της... Σηκώθηκε. Όχι αυτός. Η Αλεξάνδρα και το άρωμά της τον τύλιξε. » Πηγαίνω μέχρι την τουαλέτα του είπε. » Ναι, πες και στον ηλίθιο το σερβιτόρο να έρθει να πάρει και καμιά παραγγελία. Δεν του μίλησε κι αυτός γύρισε να θαυμάσει για άλλη μια φορά τα πόδια της που απομακρύνονταν. Μόλις αυτή πέρασε τη τζαμένια πόρτα, έχωσε το zippo στην κωλότσεπη, ήπιε μια γουλιά από τον καφέ της μορφάζοντας και από τα κλειδιά της που ήταν αφημένα στο τραπέζι, ξεμπέρδεψε και βούτηξε το "Μικρός Πρίγκιπας" μπρελόκ της. Σηκώθηκε και τράβηξε προς την εξώπορτα. Την ώρα που περνούσε κάτω από την κρεμαστή πινακίδα της καφετέρειας "Cafe Del Mar" θυμήθηκε κάποιες άθλιες συλλογές με lounge μουσική που έπαιζαν κατά κόρον κάμποσα χρόνια πριν όπου κι αν πήγαινες. Στριφογύρισε το "Μικρός Πρίγκιπας" μπρελόκ της στο χέρι του, με το άλλο άγγιξε το zippo μέσα στην τσέπη και πριν περάσει απέναντι πρόλαβε να δει τον σερβιτόρο που που πλησίαζε προς το τραπέζι που καθόταν νωρίτερα.. Εκείνη μάλλον θα περιποιόταν το μακιγιάζ της ακόμα ή τουλάχιστον έτσι ήθελε να πιστεύει. Έχωσε τα χέρια στις τσέπες, έφτυσε και τράβηξε προς το σταθμό. Ο ήλιος κρυβόταν πίσω από τις πολυκατοικίες αλλά ήταν ακόμα μέρα. Οι μπότες του έτριζαν πάνω στα χαλίκια...
Richie havens - Going back to my roots
 Λίγο πριν φτάσει στο σταθμό, κοιτώντας μια αφίσα, νόμισε πως είδε τα μεγάλα, αμυγδαλωτά μάτια της να τον κοιτάζουν όλο παράπονο.
Δεν έδωσε σημασία.
Περιορίστηκε μόνο να σκεφτεί: "Τρελά πράγματα μου συμβαίνουν σήμερα"




[:no fire today]

- Γεια σου.
- Γεια.
Η κοπέλα τον είχε πλησιάσει ξεκόβοντας από την παρέα της. Ήταν η πιο όμορφη από τις τρεις τους με μακριά καστανά μαλλιά και αμυγδαλωτά μάτια. Φορούσε ένα άρωμα που ήταν πολύ της μόδας εκείνη την εποχή και το μύριζε όπου κι αν πήγαινε αλλά αυτό δεν τον χαλούσε καθόλου. Όχι εκείνη τη στιγμή. Άλλωστε του άρεσε κιόλας.

Βρισκόταν ξαπλωμένος στο πλάι, λίγα μέτρα μακριά από τα κύματα και προσπαθούσε να διαβάσει για κάποια εσωτερική φλόγα αλλά δεν τα κατάφερνε. Το μυαλό του έτρεχε στα τελευταία γεγονότα. Αποσυντονιζόταν αλλά λίγο τον ένοιαζε
Παράτησε το βιβλίο με το κοκκινόμαυρο εξώφυλλο στο πλάι και βάλθηκε να χαράζει σχέδια στην άμμο με ένα κομμάτι ξύλο που είχε ξεβράσει η θάλασσα.

Οι κοπέλες κάθονταν καμιά τριανταριά μέτρα μακρυά του και είχαν έρθει λίγο πιο μετά από αυτόν. Κόντευε να μεσημεριάσει. Είχε έρθει πρωί για δύο λόγους. Ο ένας για να έχει ησυχία και να μπορέσει να σκεφτεί με την ησυχία του το τελευταία γεγονότα κι ο άλλος, επειδή το μέρος εκείνο, το πρωινό που ο ήλιος ήταν ακριβώς από την αντίθετη κατεύθυνση, έπαιρνε κάποια άλλη, διαφορετική υπόσταση και νόμιζε πως όχι μόνο πως βρισκόταν αλλού αλλά και σε άλλο πλανήτη. Κι έτσι προτιμούσε τα πρωινά -μόνο όταν ερχόταν μόνος όμως.
Και σήμερα ήταν μόνος. απ' όποια πλευρά κι αν το έβλεπες.

Στην αρχή αδιαφόρησε για τις κοπέλες αλλά ο αέρας κάποια στιγμή του έφερε τα πνιχτά γελάκια τους και τον ανάγκασε να σηκώσει το κεφάλι από τη σελίδα 40 που είχε κολλήσει από την ώρα που είχε φτάσει.

"Η υπομονή είναι να περιμένεις χωρίς βιασύνη -χωρίς βιασύνη, χωρίς άγχος- μια ευχάριστη αναβολή αυτού που θα γίνει.
Πάσχιζα τη μέρα με τη μέρα.... Ήξερα ότι περίμενα και ήξερα τι περίμενα. Εκεί βρίσκεται η μεγάλη χαρά του να είσαι πολεμιστής".

Αναρωτιόταν τι τάχα περίμενε όταν η κοπέλα με τα μακριά καστανά μαλλιά και τα αμυγδαλωτά μάτια είχε αρχίσει να βγάζει τα ρούχα της μένοντας με το μαγιό της. Τράβηξε πίσω τα μαλλιά του που έπεφταν στα μάτια του και κοίταξε κάπως αδιάκριτα αλλά όσο πιο κομψά μπορούσε.
Γύρισαν και τον κοίταξαν. Όλες μαζί και ντράπηκε. Ξεφύλλισε το βιβλίο κι έκανε πως κάτι κοίταζε χαμένο στις σελίδες του.
Σελίδα 39, μία πριν την προηγούμενη αλλά δεν είχε σημασία τώρα...

"Το να κουρδίζεις το πνεύμα σου όταν κάποιος άλλος σε ταλαιπωρεί λέγεται έλεγχος".

Υπήρχαν διάφορα σημεία στις σελίδες σημειωμένα από κάποιον προηγούμενο αναγνώστη. Με αστερίσκους όμως. Πολυάκτινα αστεράκια. Αυτός προτιμούσε να υπογραμμίζει.

"Έβαλαν όρια και προσδιόρισαν το άγνωστο σαν κάτι που είναι κρυμμένο από τον άνθρωπο, τυλιγμένο ίσως από κάτι το τρομακτικό, αλλά που, παρ' όλα αυτά, είναι μέσα στα πλαίσια των δυνατοτήτων του ανθρώπου. Το άγνωστο γίνεται γνωστό κάποια δεδομένη στιγμή".

Η κοπέλες είχαν στήσει πηγαδάκι καθισμένες στις πετσέτες τους. Ομπρέλα δεν είχαν αλλά σήμερα ο ήλιος δεν έκαιγε και τόσο πολύ οπότε δεν την χρειάζονταν.
Το μυαλό του ξανάτρεξε στα τελευταία γεγονότα κι ένοιωσε έναν κόμπο στο λαιμό και κάτι σα λυγμό. Ξάπλωσε ανάσκελα κι έχωσε τα μούτρα του μέσα στις σελίδες του βιβλίου μυρίζοντας την ιστορία του.

"Υπάρχει ένας απλός πρακτικός τρόπος. Μπροστά στο άγνωστο ο άνθρωπος γίνεται δραστήριος"

-Σκατά, είπε στον εαυτό του και ανακάθισε στην πετσέτα του. Και τότε την είδε που πλησίαζε
- Γεια σου.
- Γεια.
- Σε έχουμε δει εδώ και ώρα με τις φίλες μου. Αναρωτιόμασταν πως να σε λένε. Την κοίταζε και ζαλιζόταν από το άρωμά της και στο μυαλό του τα τελευταία γεγονότα. Συνήλθε απότομα και πέρασε στην αντεπίθεση.
- Και πως με λένε τελικά; Ήξερε πως ακουγόταν λίγο ειρωνικός αλλά έλπιζε να το περάσει στο ντούκου.
- Πως σε λένε; Η κοπέλα χαμογέλασε και το πρόσωπό της φωτίστηκε. -Εμένα Αλεξάνδρα, του είπε.
- Άγγελο, της είπε ψέμματα και δεν ήξερε γιατί.
- Μ' αρέσει τ' όνομά σου. Θα μου δώσεις φωτιά;
- Δεν καπνίζω, της είπε.
- Πολύ ωραίο το μπλουζάκι σου του είπε αυτή. Η κουβέντα σκόρπαγε, σαν την άμμο που άφηνε να κυλά ανάμεσα από τα δάχτυλά του για να κρύψει την αμηχανία του.
- Να στο δώσω αν σ' αρέσει τόσο της είπε κι άρχισε να το βγάζει. Της το πρότεινε. Κι αυτή το πήρε. Ένα κατακόκκινο tshirt και δυο χρόνια πριν σταματήσει να φοράει κόκκινα.

Η κοπέλα-Αλεξάνδρα σηκώθηκε
-Ευχαριστώ του είπε και το άρωμά της τον τύλιξε ακόμα μία φορά.
Δεν είπε τίποτα. Στήριξε το κεφάλι στην παλάμη κι έμεινε να την κοιτάζει να ξεμακραίνει. έφτασε στην παρέα της.

- Τι σου είπε; άκουσε τις φίλες της να ρωτάνε.
- Τίποτα, με έδιωξε. Δεν είχε φωτιά.
- Ούτε καν για τα προσχήματα; Κακάρισαν οι φίλες της..
- Ε δεν είχε. Ο αέρας του έφερνε τις κουβέντες τους. Άλλωστε δεν ήταν και τόσο μακριά
- Κι αυτό; Έδειξαν το κόκκινο tShirt του -Τι είναι αυτό;
- Τι είναι αυτό; Αυτό είναι ένα tShirt.

Πήρε να μαζεύει τα πράγματά του. Έβγαλε το αμέσως επόμενο αγαπημένο του μπλουζάκι. ένα λευκό με τον Τζέημς Ντην πάνω και το φόρεσε. Μάζεψε τα μαλλιά του κοτσίδα, έχωσε πετσέτα, βιβλίο κουβάρι στο σακίδιο, γύρισε την πλάτη κι άρχισε να ανηφορίζει.

- Άγγελε!! -ΕΕεειιι. Είχε ξεχάσει πως είχε συστηθεί με ψεύτικο όνομα και δε γύρισε με την πρώτη.
Η Αλεξάνδρα έτρεχε πίσω του. Περίμενε να τον πλησιάσει. Του χαμογέλασε και του έπιασε το χέρι με το δεξί. με το αριστερό του έβαζε στο χέρι ένα γυαλιστερό zippo αναπτήρα.
- Οι γυναίκες πάντα έχουν φωτιά, ακόμα κι όταν σου ζητάνε. Έτσι για να ξέρεις κι έσκυψε και τον φίλησε μεταξύ χειλιών και μάγουλου. Γύρισε κι άρχισε να τρέχει προς τις φίλες της. Αυτές είχαν σηκώσει τα χέρια και χαιρετούσαν...

Χαμογέλασε θλιμμένα. Τα τελευταία γεγονότα ήταν ακόμα νωπά μέσα του. Άνοιξε το zippo και τον μύρισε. Σήκωσε το χέρι σε χαιρετισμό. Η Αλεξάνδρα απλά τον κοιτούσε...
Σε λίγο χάθηκε πίσω από τις πεύκες....
" Κλαπ-κλαπ-κλαπ-κλαπ" ο ήχος από το καπάκι του zippo που ανοιγόκλεινε μέσα στη δεξιά παλάμη του τον συνόδευε μέχρι τη στάση του λεωφορείου.

Τον ξέχασε για λίγο καιρό μέσα στην τσέπη του τζιν του. Καιρό μετά που τον άνοιξε για να τον γεμίσει βρήκε κι ένα χαρτάκι με έναν αριθμό τηλεφώνου. Τα τελευταία γεγονότα όμως που λέγαμε στην αρχή, είχαν αλλάξει τροπή κι έτσι δεν πήρε ποτέ τηλέφωνο.
Καλύτερα να μη σας πω πόσες φορές μετάνοιωσε που δεν το έκανε...

ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ
Μερικές ώρες νωρίτερα, (για σήμερα μιλάω) ο προαναφερόμενος zippo
παρέδωσε... καπάκι....
" Κλαπ-κλαπ-κλαπ-κλαπ"....

Στα χρόνια που ακολούθησαν τον αναπτήρα τον είχε πάντα
πάνω του.
Φωτιά δεν του ξαναζήτησε ποτέ κανένας.
Την Αλεξάνδρα δεν την ξανάδε ποτέ_

[:a day like any other]



ξυπνάς -κάποια στιγμή και η μέρα δείχνει να θέλει να σου κάνει όλα τα χατίρια. σαν μια ακριβοπληρωμένη πόρνη. όλα τα χατίρια χωρίς ίχνος συναισθήματος. περπατάς με τα χέρια χωμένα στις τσέπες και κάπως άγαρμπα, ενώ το κεφάλι δεν έχει γιακάδες για να κρυφτεί και στέκεται δήθεν ανέμελο στη θέση του...

και μετά μια αλληλουχία γεγονότων και η πολλά υποσχόμενη μέρα πάει περίπατο. όχι περίπατο στο πάρκο -αυτό θα ήταν άλλη μία υπόσχεση. η πολλά υποσχόμενη μέρα εξαφανίζεται -σκάει σα σαπουνόφουσκα αν θέλεις -στην τελική, παύει να υπάρχει...

και μετά εσύ να ψάχνεις να βρεις τι στο διάλο έγινε και πήγαν όλα κατά κει -στο διάλο εννοώ
και το στόμα σου πικρίζει από τον καφέ και τραβάς άλλη μια γουλιά παρ' όλα αυτά --γενναία γουλιά και πνίγεσαι καθώς προσπαθείς να την κατεβάσεις παρέα με καπνό από κάποιο κακοστριμμένο τσιγάρο. αυτά σκέφτεσαι κοιτώντας τα χέρια σου που τρέμουνε και το μυαλό σου, σαν ξεχαρβαλωμένο βιουμάστερ προσπαθεί να ταξινομήσει σε μια λογική σειρά τις εικόνες που γάμησαν την πολλά υποσχόμενη μέρα...
κάποια τηλεφωνήματα...
η "ενοχική" -από την άλλη άκρη φωνή -Να σε ρωτήσω κάτι; -Ρώτησες ήδη. τι να με ρωτήσεις; αφού θα το κάνεις έτσι κι αλλιώς -τι με ρωτάς;
και μετά η άλλα αντ' άλλων κουβέντα... άλλα λες εσύ, άλλα απαντάει ο άλλος και ρίχνει μια θλιμμένη ματιά στην πολλά υποσχόμενη μέρα που σου γύριζει σιγά-σιγά την πλάτη...

και μετά κι άλλο τηλεφώνημα -κι άλλες γαμημένες συζητήσεις... με το ίδιο ύφος. και καθώς κάνεις πως ακούς, από απέναντι, βλέπεις την πολλά υποσχόμενη μέρα να έχει καθίσει κάτω και να σε μουτζώνει με χέρια και με πόδια...
"καθρεφτάκι" σκέφτεσαι, όπως όταν κάναμε μικροί αλλά τα χέρια σου είναι απασχολημένα. το ένα να κρατάει το γαμημένο το τηλέφωνο -τι το σηκώνεις; τα χουμε ξαναπεί "κανένας δε σε παίρνει για καλό τώρα πιά" και με το άλλο να ρουφάς τον καφέ που είναι πικρός σαν ξερατό σήμερα. κι έτσι λούζεσαι τις μούτζες και δεν το λες ούτε του παπά...
ακόμα μερικές γουλιές και το φανταστικό βιουμάστερ τρίζει προσπαθώντας να ταξινομήσει τις εικόνες αλλά αυτές του την κάνουν σήμερα και ξεθωριάζουν πριν προλάβουν να καθαρίσουν...
σα να βγάζεις το χαρτί από τα υγρά εμφάνισης μέσα στον σκοτεινό θάλαμο πριν το πετάξεις μέσα στη λεκάνη. γίνεται αυτό; δε γίνεται. κι όμως γίνεται. τώρα μη ρωτάς να σου πω. κάπως έτσι είναι σήμερα όλα. κι αυτό το γαμημένο το κομμάτι. πως βρέθηκε εδώ; και γιατί το ακούω..
κι έξω πήρε πάλι να μπουμπουνίζει λες και θα βρέξει....
γαμημένη πολλά υποσχόμενη μέρα...
βάλε μουσική


και δε γαμιέται και η μέρα; έτσι κι αλλιώς όλες ίδιες είναι. εκτός κι αν σήμερα, βρέξει στ' αλήθεια_

[:no rec tonight]

-Νύχτα θανάτου απόψε, ε...?
Η φωνή του Κάππα μόλις που ακούστηκε από τα καλυμμένα με ακουστικά αυτιά μου και γύρισα και τον κοίταξα με απορία.
Βρισκόμασταν παρέα στο στούντιο του τοπικού ραδιοφωνικού σταθμού μεταμεσονύχτιες ώρες... χρόνια πριν... Ο Κάππας είχε έρθει στα ξαφνικά και με είχε βρει στο στούντιο λες και ήξερε πως θα ήμουν εκεί -για μια νύχτα μόνο, το επόμενο πρωΐ θα έφευγε "πολύ πριν ξημερώσει" μου είχε ανακοινώσει πριν καν 

τελειώσουν οι χαιρετούρες και οι αγκαλιές...
.

Πλησίαζε η άνοιξη -το Πάσχα ήταν μακριά ακόμα εκείνες τις μέρες και ο σταθμός που είχε ανοίξει κάμποσο καιρό πριν μας είχε παραχωρήσει προς το παρόν ώρες και μας άφηνε να ξεκαβλώνουμε πάνω στα mk2 -σιντιέρες κι mp3 δεν υπήρχαν ακόμα. Η καρέκλα μπροστά από την κονσόλα, περιστρεφόμενη και με ρόδες και το μικρόφωνο κρεμόταν από το ταβάνι. Το πρόβλημα ήταν πως κάθε φορά που αποφάσιζα να μιλήσω, η περιστρεφόμενη και με ρόδες καρέκλα, αποφάσιζε πως ήθελε να βυθιστεί και να παρασύρει και μένα μαζί της. Τότε τεντωνόμουν για να φτάσω κοντά στο μικρόφωνο με αποτέλεσμα η φωνή μου να βγαίνει κάπως περίεργη και βραχνή...

Από τα εσωτερικά ηχεία ακουγόταν ο Τόμμυ Μπόλιν "Εντ Μπάι Δε Γουαίυ, Χελλόου Εγκαιν" και νωρίτερα ο Τιμ Μπάκλεϋ...

-Τι θα βάλεις μετά?
Ο Κάππας είχε σταυρώσει τα πόδια του μπροστά, πάνω σε μια δεύτερη καρέκλα και ρούφαγε μια βότκα που της είχε προσθέσει και πορτοκαλάδα που είχε βρει στο ψυγειάκι στο χολ.
-Δεν ξέρω, δεν έχω και πολλές επιλογές, απάντησα. Κάνα Μόρισον ίσως ή Χέντριξ, μπορεί και Σιδηρόπουλο... Έχω και Βίλλα Εικοσιένα...
-Γι' αυτό σου λέω, μου κάνει. Νύχτα πεθαμένων -ηθελημένα το κάνεις, έτσι?
Του έκανα νόημα με το χέρι να σωπάσει και με το φρύδι σηκωμένο του έδειξα το μικρόφωνο ενώ σήκωνα τη φέτα και χαμήλωνα σιγά - σιγά το κομμάτι...

Άρχισα να διαβάζω:
"Έχεις υπ' όψη σου τι συμβαίνει στο δωμάτιό σου πριν ανάψεις το φως;
φυσικά θα κάνεις μια ένεση ζωής στο ετοιμοθάνατο πικάπ
και θα δώσεις χάπια στειρότητας στα ψάρια."

Ο Κάππας είχε φέρει το ποτήρι με τη βότκα στο στόμα και το είχε αφήσει εκεί ενώ είχε τεντώσει τις αφτάρες του προς το εσωτερικό ηχείο...

Συνέχισα την ανάγνωση:
"Το ενυδρείο δεν σου ανήκει,
Το ενυδρείο απλά είναι ένας κακός γείτονας
που ποτέ δε συμπάθησες και σε κοιτάει επίμονα όταν τρως.
Το συνολικό άγγιγμα στο αιδοίο μιας άγνωστης,
μπορεί και να σε προβληματίζει ίσως περισσότερο απ' όσο χρειάζεται.
Βρίσκεις τις στιγμές ίδιες, μα όταν σε ρωτούν μοιάζουν δυσανάλογες."

Περίμενε υπομονετικά να τελειώσω, την ανάγνωση, είχε κατεβάσει το ποτήρι χωρίς να πιει ούτε γουλιά, το άφησε στο τραπεζάκι στα δεξιά του και σκούπισε τις παλάμες του στο μαύρο τζην του και μετά στο κάτω μέρος του μαύρου του -επίσης τζην- πουκαμίσου του. Ήταν από τις λίγες φορές που τον έβλεπα να φορά πουκάμισο παρεμπιπτόντως.
Η βελόνα κύλισε στο αυλάκι τρίζοντας...
"Μού 'πες θα φύγω χθες το βράδυ ξαφνικά...."
Ο Σιδηρόπουλος μόλις που ακουγότανε...
-Καθάρισε ρε μαλάκα καμιά βελόνα. Μετά από 200 χρόνια όλα αυτά θα είναι συλλεκτικά είχε πει τότε χωρίς να ξέρει πως τα λόγια του θα ήταν προφητικά...
-Δε γαμιέται και η βελόνα, πάει τώρα -αντέδρασα βουτώντας το μπουκαλάκι με το οινόπνευμα και το βουρτσάκι να καθαρίσω το αριστερό-αγαπημένο μου πικάπ..

-Τι διάβαζες; με ρώτησε.
-Τίποτα. Κάτι μαλακίες από ένα βιβλίο είπα δείχνοντάς του το μαύρο βιβλιαράκι...
-Για να δω μου είπε και το βούτηξε πάνω πάνω από το σωρό με τα βιβλιαράκια στα δεξιά μου. Το μανίκι από το πουκάμισο σύρθηκε πάνω στο δίσκο κι από καθαρή τύχη δεν άρπαξε το βραχίονα να τον κάνει βόλτες πέρα-δώθε...
Γούρλωσα τα μάτια και δεν πρόλαβα να πω τίποτα...
Πήρε το βιβλίο και το ξεφύλλιζε αφού πρώτα το μύρισε δυο-τρεις φορές...

Το κομμάτι πλησίαζε στο τέλος του. Τράβηξα τον επόμενο δίσκο -Τζόυ Ντιβίζιον και Κλόσερ. Διάλεξα ένα κομμάτι στην τύχη. Δε διάβασα τίποτα, άλλαξα τα πικαπ, άνοιξα το μικρόφωνο κάνοντάς του νόημα ησυχίας και άρχισα να αδειάζω τη βότκα με τα παγάκια από το ποτήρι της σε ένα άλλο και πάλι από την αρχή κολλητά στο μικρόφωνο και από πίσω οι Τζόυ Ντιβίζιον....

-Άμα είναι κανένας που νοιώθει εκεί έξω -θα έχει τρελαθεί τώρα με αυτά που διαβάζεις και ακούει, μου σφύριξε.
Συνέχισα να παίζω με τα ποτήρια.

Υπήρχαν κάποια τηλεφωνήματα. Περισσότερο να ρωτήσουν για τα κομμάτια που παίζαμε, να παρακαλέσουν να μη μιλήσω για να τα γράψουν, κάποιες γκόμενες που απλά ήθελαν κουβέντα...Μέχρι εκεί όμως...
Άλλες εποχές. Ούτε διαδίκτυο, ούτε μp3 σχεδόν ούτε cd!!

Ήρθε πίσω από την κονσόλα κι άρχισε να ξεφυλλίζει τους δίσκους -βρήκε κάποιον από Σεξ Πίστολς. Τον έφερε μπροστά και συνέχισε το ξεφύλλισμα. τράβηξε και Χέντριξ, μαζί με ένα δίσκο των Ντόρς...

-Έλα μου είπε, όπως τον παλιό καλό καιρό. Ένα μπακ το μπακ... Θα διαβάζω εγώ
και χωρίς να περιμένει απάντηση στρώθηκε στην καρέκλα, διόρθωσε το μικρόφωνο κι άνοιξε το βιβλίο, στερέωσε τη σελίδα με το ποτήρι με τη βότκα για να μην τη χάσει, έτριξε τα δάχτυλά του, τα σκούπισε άλλη μια φορά στο πουκάμισο και καθώς το κομμάτι τελείωνε, πάτησε το "πλαίυ" στο άλλο πικάπ κρατώντας με τα χέρια του του δίσκο και χωρίς να καθαρίσει τη φωνή του άρχισε να διαβάζει:

"Κι αν μιλούσαμε για αντίδραση
ή δράση
ή έστω τίποτα απ΄αυτά
-αφού η ολοκλήρωση εμπεριέχει το θάνατο-
τούτη η βροχή ήταν μαγική!"

Είχα ακουμπήσει χαλαρός στα ράφια πίσω κι απολάμβανα τη βότκα μου. Με ξάφνιασε το κομμάτι που άφησε να κυλήσει ενώ μιλούσε -αυτός δε θα άφηνε τους ακροατές να το γράψουν ολόκληρο...
Ράιντερς ον δε στόρμ...

-Μαλάκα, το άκουγα αυτό φαντάρος κάνοντας περίπολο κι έβρεχε αλλά μου άρεσε τότε
-Ενώ τώρα;
-Τώρα το σιχαίνομαι αλλά ταιριάζει με τις μαλακίες που βάζεις απόψε...
Το κουδούνισμα του τηλεφώνου διέκοψε τον ευγενικό διάλογο που πήγαινε να ανθήσει...
Ο Κάππας το σήκωσε, πήρε το σοβαρό του, δήλωσε ηχολήπτης κι άρχισε να λέει διάφορα που δεν άκουσα καθώς επωφελήθηκα να πάω για κατούρημα...

Έκοψε το κομμάτι λίγο μετά το ρεφρέν κι άρχισε να μιλάει στον αέρα για μια κατασκότεινη νύχτα, που έβρεχε και είχε αέρα κι αυτός μόνος περίπολο καθώς ο "παλιός" δεν είχε πάει μαζί του εκείνο το βράδυ κι όλο έλεγε και έλεγε και έλεγε...

Το κομμάτι τέλειωσε κι έχωσε ένα άλλο από μια κασσέτα που είχε εμφανίσει από το πουθενά. Άλλαξε κομμάτια χωρίς να μιλήσει κι άρχισε να διαβάζει πάνω στα λόγια...:

"Οι δείκτες του ρολογιού, κινούνται αν τους παρατηρείς.
Έξω απ' τη δική σου
επιβεβαίωση, δεν υπάρχει πραγματικότητα.
Σπρώχνεις τον εαυτό μου σ' έναν αιώνιο θάνατο."

...ενώ έπινε δυνατές γουλιές από τη βότκα πορτοκάλι του...


DE TRACES - Seven


  -Τι ακούμε ρε; γαμιστερό ακούγεται... -Θα σου πω στο τέλος, μου λέει -τώρα κάνουμε εκπομπή... Συνεχίζει να διαβάζει πάνω στο κομμάτι ανεβοκατεβάζοντας τη φέτα -κάτι που μας έκανε να βρίζουμε παλιότερα τους παραγωγούς που έκαναν το ίδιο και δε μπορούσαμε να γράψουμε σε κασσέτα "τις κομματάρες"... "Όλα φαίνονται τεράστια κρατώντας την αναπνοή σου Η ζωή μοιάζει σα να μην έχει άκρες Κρατάς την αναπνοή σου κι όταν πειστείς πως είσαι αθάνατος, βγάζεις την τελευταία φλόγα από το βάθος της ισορροπίας σου και πέφτεις Τελευταίος έρωτας με μια οπτασία που ποτέ δεν πρόλαβες να δεις ολόκληρη." Πολύ άνετος μου φάνηκε εκείνο το βράδυ -και η κονσόλα σα να δούλευε πάνω της αιώνες . Για το κινητό που είχε έρθει με κούριερ ούτε κουβέντα φυσικά αλλά κι εγώ θεώρησα πως δεν ήταν της παρούσης... "Πιάνεις τα δυο ξερά κλαδιά ζυγίζοντας τις μελλούμενες ευθύνες, κρατάς τις άκρες τους και τα ενώνεις, τα χτυπάς δυνατά στο λυγισμένο σου γόνατο κι αυτά σπάνε, ελευθερώνοντας έναν ήχο που τρυπά τα τύμπανα των αυτιών ενώ οι σκλήθρες καρφώνονται στο κορμί σου που σωριάζεται, μην αντέχοντας την πρόκληση της εξάντλησης που καθοδηγείται από το θάνατο." Είχα μεταφερθεί στο σαλόνι και είχα ανοίξει ένα παλιό ραδιόφωνο και συντονισμένο "σε μας" και τον άκουγα να κάνει εκπομπή παρέα με ένα καινούργιο ποτήρι βότκα σκέτη -ξέχασα να πω πως ήταν Στολίσναγια... -Έλα μέσααα. Τηλέφωνοοοο, τον άκουσα να ουρλιάζει πάνω που γλάρωνα. -Ποιός είναι, σηκωνόμουν βαριεστημένα ενώ στο πικάπ κυλούσε ήσυχα για άλλη μια φορά το Κλοσερ των Τζόυ Ντιβίζιον... -Γκομενάκι ρε ηλίθιε, για σένα μάλλον αφού έτσι κι αλλιώς εμένα κανένας δε με ξέρει -η εκπομπή είναι δική σου -και κανείς δεν ξέρει πως είμαι εδώ, μου είπε με μια ανάσα ενώ με την παλάμη του είχε σκεπάσει το τηλέφωνο... -Μίλα από δω μου είπε αμέσως μετά πατώντας ένα κουμπί στην κονσόλα που δεν ήξερα καν ότι υπήρχε κι έβγαλε το τηλέφωνο στον αέρα. Από τα εσωτερικά ηχεία ακούστηκε αέρας να σφυρίζει. Μου έδειξε το μικρόφωνο με το κεφάλι του. -Ναι... είπα μουδιασμένα. Κοριτσίστικη φωνή από την άλλη άκρη -Ναι; είπε κι αυτή... -Ναι, ξανάπα Καλησπέρα, ακούω αέρα; προσπαθώντας να εκτιμήσω την κατάσταση -Ναι παίρνω απ' έξω. Άκουγα την εκπομπή, δηλαδή κάθε φορά την ακούω αλλά απόψε την άκουγα κανονικά συνέχισε η κοριτσίστική φωνή. Εγώ ετοίμαζα ατάκες για να "θαμπώσω" την κοπέλα στην άλλη άκρη της γραμμής, ο Κάππας έψαχνε την κασσέτα με τα ακουστικά χωμένα στις αυτάρες του και ταυτόχρονα ξεφύλλιζε το μικρό μαύρο βιβλιαράκι... -Εδώ ήμαστε, είπε -έτοιμο το τραγούδι... -Περιμένεις λίγο; είπα στο τηλέφωνο Πάτησε το κουμπί και η ησυχία ξανάρθε στο στούντιο. Μόνο το φύσημα της κασσέτας -Άσε θα μιλήσω εγώ μου είπε καθώς οι πρώτες νότες από μια διασκευή του Χέυ Τζό έσκαγαν στον αέρα... 


Willy DeVille - Hey Joe  
"Βυθισμένες ζωές σε κίτρινο χρώμα πνιγμένες σε βιομηχανικά απόβλητα Η επόμενη κίνηση θα είναι να ντυθώ καλά να ανοίξω την πόρτα και να αισθανθώ για τελευταία - παντοτινή φορά το κρύο!..." Διάβαζε ανακατεμένα από το μαύρο βιβλιαράκι κι έκανε κανονική αποφώνιση χωρίς να πει τίποτα για τον εαυτό του. Για μια στιγμή ένοιωσα πως άκουγε από πάντα την εκπομπή... Ξαναγύρισα στο τηλέφωνο, πήρα βαθιά ανάσα που μάλλον ακούστηκε και η άλλη κατάλαβε πως ήμουν εκεί... -Δεν ξέρω για σας παιδιά, την άκουσα να λέει, αλλά αν τα πράγματα είναι έτσι όπως τα περιγράψατε απόψε, καλύτερα βάλτε ένα όπλο στο κεφάλι σας και τραβήξτε τη σκανδάλη... κλικ..... Το τηλέφωνο έκανε σαν περίστροφο που οπλίζει κι ας μην είχα ακούσει ποτέ πως οπλίζει ένα περίστροφο... -Μαλάκα τους γαμήσαμε. Ο Κάππας έκανε σα μικρό παιδί, την άκουσαν κανονικά με την εκπομπή... Αυτό ήτανε είπε καθώς σήκωνε το πέτσινο μπουφάν του που είχε πετάξει στη μοκέτα με το που είχε μπει στο στούντιο.... Από την πλαϊνή τσέπη τράβηξε το κουτί της κασσέτας και μου το πέταξε. -Δώρο, ά! το κομμάτι που σου άρεσε συνέχισε -ο τύπος που το έλεγε δεν έχει πεθάνει αλλά αυτοί εκεί έξω -όσοι άκουγαν τελος πάντων, δεν το γνωρίζουν αυτό είπε και ρούφηξε όση βότκα είχε απομείνει στο ποτήρι του. -Η κασσέτα, είναι στο βιβλίο και μου έκλεισε το μάτι Άνοιξε την πόρτα και την άφησε ανοιχτή χωρίς να μου δώσει περιθώρια να μιλήσω... Ο ήχος της σαράβαλης BMW μηχανής του ξεσήκωσε τις κουκουβάγιες από το απέναντι χάλασμα.... Στην κατηφόρα, είδα το πίσω φως να τρεμοσβήνει ακόμα όπως έκανε κάθε φορά που χαμήλωναν οι στροφές της μηχανής.

   

Το μολύβι που χρησιμοποιούσα να υπογραμίζω και η κασσέτα είχαν απομονώσει στο βιβλίο: 
ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗ ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΟΛΗ ΔΕΝ ΕΓΙΝΕ ΠΟΤΕ  
"Το χλωμό και η αντίληψη σ' ένα ποδήλατο για το γύρο του κόσμου. Παιχνίδια με τα χρώματα και τις λέξεις. Και πάντα υπάρχουν κάποιοι που πληγώθηκαν. Ο ένας στους δύο τραβάει το δρόμο του (κι ο άλλος το δικό του)... Ο άλλος ίσως να μην πονάει. Φεύγω κι εγώ! Κουρδιστό παιχνίδι χαμένο στη συνεχή αναστάτωση. Άλλη μια πόλη! Άλλη μία!"
  
Tim Buckley - Phantasmagoria In Two 

Έβαλα την κασσέτα στη θήκη της και την έχωσα μέσα στην τσέπη του ναυτικού μου επενδύτη. Πήρα να μαζεύω τους δίσκους κι έβαλα να παίξει ξανά ο Τιμ Μπάκλευ -για πάρτη μου αυτή τη φορά !! Όσο τους μάζευα έριξα μια ματιά στο κασσετόφωνο που ηχογραφούσα τις εκπομπές. Η 90άρα ήταν στην αρχή όπως την είχα αφήσει. Είχα ξεχάσει να πατήσω το REC_

Cayetano Live @ Bios 2011




CAYETANO plays Attik - Μαραμένα Τα Γιούλια (Red Winter)

Πάσχα στο χωριό και συγκέντρωση μετοίκων που θα έλεγε κι ο Αλκίνοος Ιωαννίδης. Κι εκείνη τη χρονιά ήταν ακριβώς όπως το έλεγε ο Αλκίνοος Ιωαννίδης. Η Κάθοδος των Δωριέων χειρότερη από όλες τις προηγούμενες. Κρίση σου λέει ο άλλος. Ποιος άλλος; Ξέρω γω; Όποιος να 'ναι. Πάντως τα μαγαζιά και τα κλάμπζ, τίγκα στον κόσμο ήτανε μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες. Και μη μιλήσουμε για τη μουσική...
εκείνο το Πάσχα λοιπόν υπήρξαν και κάποιες παρέες που ξαναβρέθηκαν έπειτα από χρόνια, άλλοι της προσκλήσεως, άλλοι από σπόντα, άλλοι από ανάγκη και πάει λέγοντας...


Μεσημέρι, ηλιόλουστο κι ο ήλιος με δόντια. Καθισμένοι στο πίσω κάθισμα... και καλά προεδρική θέση, ο σοφέρ πλερώνεται και άλλα τέτοια.
-πάμε για καφέ;
-πάμε γενικά...
-πάμε να δούμε και βλέπουμε...
-τι παίζει το ράδιο;
-ροκ αλλά τι να παίξει. πανάκριβο, βλέπεις και ταινίες άμα θέλεις.
-να μου λείπουν οι ταινίες -δεν έχεις τίποτα άλλο;
-εεε έχω ροκ...
-καλά, στικ παίρνει; -παίρνει -ωραία, βάλε αυτό! -τι έχει μέσα; ροκ; -ξεκόλλα ρε με το ροκ, βάλτο άμα θέλεις να φτάσουμε εκεί που πάμε, κάτι κομμάτια που κατέβασα και κάποια άλλα από σιντί έχει -καλά...

"Hour after hour/day after day/i feel the pain.."


-Ωραίο αυτό ρε! τι είναι; -θα σου πω μετά, σκάσε ν' ακούσουμε.
αφηνόμαστε στη μουσική, χαζεύουμε και το τοπίο, στα δεξιά ο ήλιος και η θάλασσα κι από την άλλη κάποιο πράσινο επειδή το περισσότερο κάηκε σε κάποιες παλιές πυρκαγιές χιλιάδες χρόνια πριν και το πράσινο σα να ήθελε να εκδικηθεί -δεν ξαναφύτρωσε..

Συνεχίζουμε -μια παρέα, χαμένοι ο καθένας στον προσωπικό του μικρόκοσμο -μόνο κοινό μας σημείο εκείνες τις στιγμές ο προορισμός, που δεν τον ξέραμε και η μουσική που έβγαινε από τα πανάκριβα ηχεία της μερσεντές...

"θα προσευχηθώ να βρέξει κι ίσως εξαγνιστώ/
από την άλλη ίσως τα δω κι αλλιώς τα πράγματα..."


-τελικά θα μας πεις τι ακούμε; -διαβάστε ρε μαλάκες την οθόνη, δεν ξέρετε ανάγνωση;


Το κρύο εκείνης της μέρας μας ανάγκασε να φύγουμε άρον-άρον...

Eπιστροφή και τα αμάξι σαν θερμοκήπιο από την έκθεση στον ήλιο όση ώρα παλεύαμε να πιούμε τους καφέδες στο παραλιακό, της κακιάς ώρας που είχε ανοίξει σε στυλ ό,τι αρπάξουμε, μαγαζί...

"Έξω απ' το σπίτι σου γυρίζω/
για ώρες χωρίς να μπορώ να αναπνεύσω/
έχω ερωτευτεί τη μορφή σου μ' εκείνο το άσπρο φόρεμα"

-Σαν παλιά ταινία αυτό το κομμάτι.... και ζει και κάποιον έρωτα ο τυπος...

Βράδυ, μπύρες -άλλοι καφέδες ακόμα κι αν είναι βράδυ -υπάρχει κάποιος εθισμός στην καφεΐνη...
the best i can do is to love you more and more

-Πάμε μια βόλτα να φάμε κάτι; Κάποιος πετάει την ιδέα στο τραπέζι σαν μισογεμάτο πακέτο Μάρλμπορο. Ο ήχος της με τρόμαξε...
-Πάμε... με ποιόν; -Έχουμε σοφέρ; -Ο σοφέρ πλερώνεται!!!


Άλλο αυτοκίνητο αυτή τη φορά. Πάλι πίσω, προεδρικά κι έτσι..
-Τι ακούμε ρε Παναγιωτάκη; -KRAFTWERK -Όχι ρε φίλε Kraftwerk, τους σιχαίνομαι, πριν χιλιάδες χρόνια κάποιος μου 'χε δώσει μια κασέτα -ξέρεις τι είναι οι κασέτες, έτσι; -Ναι ρε, συνέχισε! ...και την έσπασα μ' ένα σφυρί, αφού μου έκανε πρώτα τα νεύρα καλώδια -Ε, δε θα είχες πέσει σε καλά κομμάτια... ετοιμόλογος ο Παναγιωτάκης. -Δε βάζεις αυτό το στικ; -Τι έχει μέσα; -Βάλτο, θα σου πω... μπαίνει το στικ...

Another galaxy... μας προειδοποιεί η φωνή. Ησυχία στην καμπίνα του αυτοκινήτου...
-Ωραίο αυτό, τι είναι; ρωτάει ο Παναγιωτάκης ο οποίος είναι κάτι μεταξύ Ian Ccurtis και νεοεμφανιζόμενου γιάπη..
Cayetano.. -Ισπανός είναι; -Όχι Έλληνας!!
Έχει κι άλλα τέτοια; -Τίγκα είναι το στικ -Ωραία!!

the rain comes again μας προειδοποιεί για άλλη μια φορά η φωνή λες και δεν το βλέπαμε τόση ώρα, που μας σφυροκοπούσε και πηγαίναμε σημειωτόν...

Παίζει την Πέμπτη στο Bios, πάμε; -Ποια πέμπτη; -Την πέμπτη στις πέντε του μήνα.
Στο άψε - σβήσε κανονίστηκε, οι μέρες περνούσαν τελείωνε και το Πάσχα και θα επέστρεφε ο καθένας στη βάση του. Πέσαν και κάποια τηλεφωνήματα, άλλα μέσω κινητών, άλλα μέσω skype(r) κανονίστηκαν οι λεπτομέρειες, ξεκινήσαμε, με άλλο αυτοκίνητο αυτή τη φορά -ένα παμπάλαιο και στο αρχαίο cd player το πρώτο cd από το coco του parov stelar -στικ δεν έπαιρνε...


Βράδυ στο Bios κάμποση ώρα νωρίτερα και μετά από πληθώρα ασυνεννοησίας άπαντες παρόντες. οι περισσότεροι ενήμεροι πλέον για το τι θα ακούγαμε.
υπάρχει κάποια ένταση λόγω της προηγούμενης γκρίνιας..
"θ΄αργήσουμε..", "που ΄πάμε από δω", "που είσαι ρε Παναγιωτάκη" "ο φίλος θα μας περιμένει εκεί, πως μοιάζει;"

-...και σας είπα, να έρθουμε με το πάσο μας -αφού πάντα έχουν μια κάποια καθυστέρηση τα ηβέντς και οι συναυλίες...
μπινελίκια καθώς ήμουν αυτός που τους μπρίζωνε όλη την προηγούμενη ώρα...
-χαλαρώστε λίγο ρε σεις, να χαζέψουμε την κίνηση, να και κάτι σοφιστικέ γκομενάκια απέναντι, ας πάρουμε και μια ανάσα...

Μέσα...μπύρες, ποτά, και ο καφές σε πλαστικό παραμάσχαλα, κάποιες προετοιμασίες, οθόνες δείχνοντας πλάνα που μου θύμιζαν την "Πρωινή Περίπολο", διαλέξαμε και τη μεριά που θα καθόμασταν, γέμιζε και το μέρος σιγά - σιγά και...

"which color you like"... έλα ντε, μήπως και ξέρω έτσι πολύχρωμος που είμαι σήμερα;

Ήταν δυό ώρες πάνω κάτω που μας απογείωσαν με τις μουσικές που τις ένοιωθα να με διαπερνούν...
Για τους άλλους δεν ξέρω αλλά δε φάνηκαν να περνάνε κι άσχημα..
Ο Christos Manuel μου θύμισε κι αυτός τον ian curtis χωρίς ιδιαίτερο λόγο...

και είχα περάσει πάρα πολύς καιρός που άκουγα μουσική και χόρευα και την έπαιζε κάποιος άλλος...

Φεύγοντας, είχα ένα χαμόγελο μέχρι τ' αυτιά. Εγώ τουλάχιστον -για τους άλλους, πάλι δεν ξέρω -ήταν νύχτα και δεν έβλεπα καλά -αν θέλουν ας μπουν να σχολιάσουν...