incoming message_

Χαμηλή ποιότητα ζωής
-έτσι θεωρούσε, Εκείνες τις Μέρες. Εκείνες τις Μέρες που... που... Προσπαθεί να θυμηθεί και δε θυμάται τι ήταν τότε...

Εν Πλώ - Χθες Βράδυ




κι έπειτα άρχισαν να πεθαίνουν ένας - ένας όλοι όσοι ήξερε, είτε προσωπικά, είτε σαν όνομα σαν τα μυρμήγκια με τα φτερά γύρω από τη λάμπα.
Οι περισσότεροι μικρότεροί του αλλά αυτό δεν είχε να κάνει. Όταν κάποιος πεθάνει
"..αλίμονο απ' τον κώλο αυτουνού που μένει πίσω.." συνήθιζε να λέει κι εμείς τον κοιτούσαμε σαν χάνοι μη βρίσκοντας κάτι να απαντήσουμε σε αυτό.

Άρχισε να ψάχνει για φίλους ή κάποιους που θεωρούσε φίλους. Όχι πως τους ένωνε κάμμια δυνατή φιλία σαν αυτή που λένε τα βιβλία -τίποτα τέτοιο, απλά κάπου-κάπως-κάποτε ίσως και να 'χαν περάσει και κάποιες φάσεις μαζί ή στιγμές ή ότι άλλο θέλεις κι αυτός το σκεφτόταν αργότερα έτσι... με μια νοσταλγία... και το ονόμαζε και "φιλία" τρομάρα του. αν μπορείς φυσικά να το πεις έτσι. πάντως αυτός το έλεγε...αλλά δεν τον άκουσα ποτέ να λέει πως το πίστευε κιόλας...

Εν Πλω - Φίλοι




"Ήμαστε φίλοι", έλεγε "αλλά μην το δένεις και κόμπο" και μετά μας μπέρδευε καθώς γύρναγε επιδέξια την κουβέντα σε κάποιο άλλο περισσότερο ενδιαφέρον για μας θέμα και μεις τσιμπάγαμε σαν χάνοι και το ξεχνούσαμε τα "..περί φιλίας..."

Μετά χάθηκε ξαφνικά. Για μεγάλο χρονικό διάστημα και κανείς μας δεν ήξερε ούτε που είχε πάει, ούτε τι έκανε ή πως ζούσε άλλωστε Εκείνες τις Μέρες όλο και με κάτι άλλο περισσότερο ενδιαφέρον είχαμε να ασχοληθούμε παρά με τον.... "γάμησέ τον τον μαλάκα μωρέ, έτσι κι αλλιώς μας τα ζάλιζε όλη την ώρα με τα τσιτάτα που πέταγε..." και κοιτάζαμε ο ένας τον άλλο για να πάρουμε θάρρος και να πάμε την κουβέντα παραπέρα...

Τηλέφωνο δεν είχε ή αν είχε δεν το ξέραμε. Εκείνες τις Μέρες κυκλοφορούσε με ένα κινητό της κακιάς ώρας, παμπάλαιο, πρώτης γενιάς που το νούμερο του είχε διαρρεύσει και τον παίρναμε να του κάνουμε κάμμια πλάκα αλλά μας καταλάβαινε με τη μία.. Άλλες φορές πάλι βάζαμε κάμμια γκόμενα να του την πέσει τηλεφωνικά πάντα -να βγούνε κάνα ραντεβού και άλλα τέτοια, αλλά αυτός δεν τσίμπαγε, είχε έτοιμη την απάντηση... Στην αρχή ρωτούσε ποια είναι και μετά πριν προλάβει η άλλη να απαντήσει της ξεφούρνιζε ένα "και που ξέρω εγώ αν δε σε έχει βάλει η..." κι ξεφούρνιζε ένα όνομα γυναικείο, άγνωστο σε μας -μαθαίναμε εκ των υστέρων "...αν δε σε έχε βάλει λοιπόν η.. για να μου την πέσεις να δει άμα είμαι πιστός" και άλλα τέτοια και η γκόμενα της φάρσας τα έχανε τότε και δεν ήξερε τι να του απαντήσει... όσες φορές και να τις είχαμε δασκαλέψει γιατί βάζαμε διαφορετική κοπέλα κάθε φορά, αυτές, ίσως ο τρόπος του, ίσως το ύφος του τις έκανε και ψαρώνανε χωρίς να μπορούν να μιλήσουν. Κι αυτός έκλεινε γρήγορα το τηλέφωνο..." μην ακούσω ρε μαλάκες κάμμια φωνή δική σας πίσω από τη γραμμή" είχε πει ένα βράδυ που ήμασταν γύρω από τη φωτιά "και ξενερώσω μαζί σας" αλλά οι περισσότεροι έκαναν πως δεν άκουσαν και κοίταζαν τα ξύλα που τριζοβολούσαν. Μαζί τους κι εγώ φυσικά και όλοι ξέραμε πως γνώριζε για τις πλάκες που του κάναμε...

Η επόμενη μέρα μας βρήκε σκόρπιους γύρω από την από ώρα σβησμένη φωτιά κι εκεί που λογικά έπρεπε να ήταν αυτός ήταν παρατημένο το κινητό του εκείνο της κακιάς ώρας που είπα και παραπάνω χωρίς τίποτα μέσα στη μνήμη.
Το πήρα χωρίς να με δει κανείς, έτσι κι αλλιώς οι περισσότεροι κοιμόντουσαν κουλουριασμένοι γιατί μάλλον τους είχε περονιάσει το κρύο -κι εγώ απ' αυτό ξύπνησα και το έχωσα στην πλαϊνή δεξιά τσέπη της στρατιωτικής μου βερμούδας που φορούσα εκείνη τη μέρα...

...Και μετά σα να τελείωσε εκείνο το καλοκαίρι απότομα. Ήμασταν άλλωστε γύρω στα μέσα του Σεπτέμβρη και δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο -βάλτο καλά στο μυαλό σου αυτό- από ένα άδειο παραθεριστικό κέντρο στο τέλος του καλοκαιριού. Να το βλέπεις να αδειάζει σιγά- σιγά, να φεύγουν ένας ένας με την υπόσχεση πως "δε θα χαθείτε" το χειμώνα και πως "του χρόνου θα είναι καλύτερα" και άλλες τέτοιες παπαριές
Φυσικά και δε συνέβη τίποτα από τις δύο -και καλά- υποσχέσεις. ο χειμώνας αποδείχτηκε δύσκολος και βαρύς σαν τους χειμώνες των άδειων ψυχών ή τουλάχιστον αυτών που δυσκολεύονται να γεμίζουν.

"Του χρόνου" για πολλούς δεν ήρθε ή αν ήρθε δεν το μάθαμε καθώς το μαγαζί είχε κλείσει και λογικά κανείς μας δεν θα ξαναπάτησε εκεί. Τουλάχιστον εμένα ο δρόμος μου δε με έβγαλε ποτέ προς τα κει ή για να είμαι ειλικρινής με έβγαλε απλά προσπέρασα χωρίς να κοιτάξω ούτε μια φορά προς τα κει!

Μερικοί πέρασαν και στην αντίπερα όχθη -φυσικά κανένας δε με είχε πάρει τηλέφωνο να μου το πει εξάλλου το τηλέφωνο πάντα χτυπούσε όταν κάποιος ήθελε μια χάρη, κάποια εκδούλευση ή κάτι ανάλογο και ποτέ κάποιος έτσι για να δει "τι γίνεται, πως τα περνάς ρε μαλάκα"?
Απλά μάθαινα διάφορα από τις εφημερίδες.

Με την επιστροφή στο σπίτι εκείνο το πρωί γύρω στα μέσα Σεπτέμβρη, πέταξα την παλιά στρατιωτική μου βερμούδα στο τρίτο συρτάρι της ντουλάπας που έχασκε μισάνοιχτο, του τράβηξα και μία με το μπούτι να κλείσει κι έμεινε εκεί μέσα να κάνει παρέα σε κάτι ρούχα που δε φορούσα πλέον και απορούσα κάθε φορά που τα έβλεπα τι στο διάολο σκεφτόμουν όταν τα αγόραζα μαζί με τηλέφωνο που είχα μαζέψει νωρίτερα από την παραλία...




Κι ύστερα πέσαμε στα λούκια. Τα γνωστά τα λούκια. Δουλειές που μας βρήκανε οι γονείς μας φιλώντας κατουρημένες ποδιές. Μαγαζιά που μας άνοιξαν με τον ίδιο τρόπο κι εμείς απλά έπρεπε να γίνουμε περισσότερο γλοιώδεις κι απ' αυτούς για να τα συντηρήσουμε μέχρι που φτάσαμε να σιχαινόμαστε τον ίδιο μας τον εαυτό και αυτή η σιχασιά ήταν που έκανε ορισμένους να περάσουν στην αντίπερα όχθη που λέγαμε καθώς δεν είχαν και πολλά να χάσουν. Τι μένει να χάσεις στην τελική όταν αποφεύγεις να αντιμετωπίσεις τον εαυτό σου στον καθρέφτη το πρωί και να τον κοιτάζεις με απέχθεια και μετά, κατά τη διάρκεια της μέρας καθώς θα συναντιέστε στις βιτρίνες... Τίποτα.
"..αλίμονο απ' τον κώλο αυτουνού που μένει πίσω.."


...και μετά τα ξέχασα όλα αυτά όπως γίνεται συνήθως


Εκείνο το μεσημέρι έλιωνα μες στο σπίτι από τη ζέστη σαν τον Άρη Ρέτσο εκείνο το καλοκαίρι από τους "Απέναντι". Έπρεπε να ετοιμάσω τα πράγματα γιατί το βράδυ θα έπαιζα μουσική στο ίδιο μαγαζί που είχε κλείσει "Εκείνες τις Μέρες" αλλά άνοιξε φέτος ξανά και υπό νέα διεύθυνση...
Μιλούσα με την Α. στο τηλέφωνο το οποίο κρατούσα με μάγουλο και ώμο και σκάλιζα τους δίσκους. Έψαχνα ένα συγκεκριμένο για να ρίξω στο πικάπ εκείνη την ώρα αφού αυτά που θα έπαιζα το βράδυ καμία σχέση δεν είχαν με αυτά που στην πραγματικότητα ήθελα. Έψαχνα ένα δίσκο των Εν Πλω που είχα αγοράσει από το "Βινύλιο" 2μισι χιλιάρικα και δεν ήξερα πως μου είχε σκαλώσει εκείνο το μεσημέρι. Από την άλλη άκρη της γραμμής η Α. γκρίνιαζε "πότε θα σοβαρευτείς, να βρεις μια δουλειά της προκοπής" και "που ακούστηκε στην ηλικία σου να πηγαίνεις να παίζεις μουσική σε μαγαζιά" και άλλα τέτοια γλυκά και σιροπιαστά. Ταυτόχρονα έψαχνα και μια ζώνη να βάλω να μαζέψει κάπως την μπάκα και να μου προσθέσει κι ένα στυλ όσο να 'ναι. Είχα μισανοίξει και το τρίτο συρτάρι -εκεί έχωνα όλη τη σαβούρα -ζώνες, μαγιό, ρούχα που δε φορούσα πλέον και σιχτίριζα τις ώρες που τ' αγόρασα και άλλα τέτοια.

Και... βρίσκω το δίσκο -αρχικά νόμισα πως τον είχα χάσει και είχα ιδρώσει περισσότερο κι από τον Άρη Ρέτσο στους Απέναντι, στο τέλος της σειράς ήταν, πίσω από το "10,000 μέρες από δω" των MOREL, κάνω να τον πιάσω με το αριστερό καθ' ότι αριστερόχειρας και αφήνω το κινητό να πέσει μέσα στο συρτάρι συντροφιά με τη σαβούρα και τα σιροπιαστά λογάκια της Α...
Ο ήχος του ήταν παράξενα υπόκωφος -κοιτάζω και είχε πέσει πάνω στην παλιά στρατιωτική πράσινη βερμούδα που δεν ξαναφόρεσα έπειτα από "Εκείνες τις Μέρες" και είχε χτυπήσει πάνω στο τηλέφωνό του που αναπαυόταν στη δεξιά πλαϊνή τσέπη... και αστραπιαία φιλμ από τα μάτια μου μπροστά.διάφορες σκηνές κιτρινοκόκκινες, ασπρόμαυρες... Τα ανοιγόκλεισα και κούνησα το κεφάλι να καθαρίσει από όλα...

Έχωσα το δίσκο των Εν Πλω στο πικάπ κατευθείαν στο τρίτο τραγούδι της πρώτης πλευράς και τράβηξα το τηλέφωνό του μέσα από την παλιά στρατιωτική πράσινη βερμούδα στο τρίτο συρτάρι.
Δυνάμωσα τον ήχο -χέστηκα κι αν είναι μεσημέρι, σκέφτηκα και πήγα στο παμπάλαιο γραφείο μου που είχα βουτήξει από ένα κατεδαφιστέο σπίτι. Στο τρίτο δεξιά συρτάρι υπήρχαν όλων τον λογιών οι φορτιστές. Βρήκα τον ανάλογο για το τηλέφωνό του, το φόρτισα και ξανάβαλα να παίζει το τρίτο κομμάτι από τον δίσκο των Εν Πλω...

Το άνοιξα μετά από λίγο. Στην πράσινη οθόνη του αναβόσβηνε ένα φακελάκι: message incoming. Το κοίταζα σα χαζός. Κάθισα. Απότομα. Η πολυθρόνα με τις ρόδες κύλισε και παραλίγο να τσακιστώ..
όταν πάτησα το κουμπί για να διαβάσω το μήνυμα ήμουν σίγουρος πως είχα ιδρώσει χειρότερα από τον Άρη Ρέτσο στους Απέναντι.

"Δικαί μου -το "ε" μαι "αι" έτσι το έγραφε πάντα- ήξερα πως θα πάρεις εσύ το τηλέφωνο. Μη ρωτάς γιατί, απλά το ήξερα. Αν ποτέ θελήσεις τίποτα πάρε με σε αυτό το τηλέφωνο. Μόνο να ξέρεις πως υπάρχει διορία. Δεν έχεις κι όλο το χρόνο δικο σου_

και ακολουθούσε το νούμερο... διάβασα το μήνυμα τρεις φορές, μπορεί και περισσότερες, πληκτρολόγησα το νούμερο που μου έδινε στο iPhone μου και μετά βλαστήμησα γιατί ο δίσκος είχε κολλήσει "μετρώντας άδικα χαμένο χρόνο" και μετά πάλι το ίδιο και το ίδιο. Τον ξεκόλλησα κύλησε παρακάτω η βελόνα... "μη φοβάσαι, θα 'ρθω πάλι γερός.." Αρχίδια γερός" μονολόγησα. "Γερός ή γέρος"? Κι άφησα το ερώτημα να αιωρείται παρέα με τους καπνούς από τα στριφτά που ντουμάνιαζαν το σαλόνι. Ασφαλώς και δεν περίμενα απάντηση...

Πήρα το iPhone και πάτησα το πράσινο πλήκτρο...
άχρωμο κουδούνισμα και μια μεταλλική γυναικεία φωνή στην άλλη άκρη της γραμμής είπε κάτι που δεν κατάλαβα...
»Τι είναι εκεί; ρώτησα κάπως μουδιασμένος.
»Εσείς ποιος είστε... η μεταλλική φωνή σα να είχε αποκτήσει κάποιο χρώμα σκουριάς...
»Μου έδωσαν αυτό το νούμερο και μου 'παν να καλέσω. Είχα αρχίσει να ιδρώνω ξανά...
»Κοιτάξτε, εδώ είναι μπαρ κι αυτό το κινητό υπάρχει αφημένο εδώ ούτε κι εγώ θυμάμαι από πότε. Πίσω του είναι κολλημένη μια ταινία που γράφει: Θα περάσω ξανά. Αν χτυπήσει σηκώστε το"
»Τι κινητό είναι; άκυρη η ερώτησή μου αλλά δε βρήκα κάτι καλύτερο να πω εκείνη τη στιγμή.
»Ένα παμπάλαιο μου απάντησε η μεταλλική φωνή με γεύση σκουριάς από την άλλη άκρη της γραμμής.
»Ξέρετε ήταν παρατημένο πάνω στο τραπέζι μαζί με ένα γερό φιλοδώρημα, συνέχισε... Φεύγοντας είπε πως θα επιστρέψει αλλά να μην το δέσω και κόμπο...
»Καλά 'φχαριστώ κατάφερα να ψελλίσω κι έκλεισα. Γιαυτό δεν το βούτηξε κανένας μουρμούρισα κοιτάζοντας το πικάπ, επειδή -ως συνήθως ήταν παμπάλαιο.

"Μήπως ξέρεις κάνα μέρος που να φοβάμαι λιγότερο;" ούρλιαζε ο Σαδίκης..
Εν Πλω - Φεύγεις




Έριξα λίγο νερό στο κεφάλι μου, άναψα ένα τσιγάρο και βγήκα στο μπαλκόνι.

Πήρα τηλέφωνο και είπα πως απόψε δε θα πήγαινα να παίξω μουσική. -Όλα οκ μου είπαν. Έλα αύριο..- οκ είπα κι έκλεισα -ουδείς αναντικατάστατος σκέφτηκα στη συνέχεια...

"Λυτρωμός θα 'ναι το καλοκαίρι..." συνέχιζε ο Σαδίκης με τη γεμάτη απελπισία φωνή του καθώς η ζέστη έκανε να ιδρώνουν μέχρι και τα μάτια μου...
Έβαλα ένα Havana Club μαύρο -έτσι κι αλλιώς ο δίσκος ακούγεται πιωμένος και σήμερα ήταν η τιμητική του...




Peggy Lee - Johnny Guitar




0 σχόλια [ποστ γιουαρ]:

Post a Comment

Μίλα κι εσύ (αλλά πες κάτι)