Όνειρο Καλοκαιρινής Νύχτας

..... η μέρα, ήταν παράξενη....
Βασικά, δεν είχε συμβεί κάτι συγκεκριμένο ώστε να την καταστήσει «παράξενη»...
απλά.... ήταν παράξενη... κι αυτό, οφειλόταν περισσότερο στο φως της...
το φως, του θύμιζε εκείνο το ασθενικό φως που έχουν οι νύχτες στο Βόρειο Πόλο,
τότε που διαρκούν έξι μήνες...
ανηφόριζαν -λέει- προς το σπίτι του, πιασμένοι χέρι - χέρι.. την κρατούσε
με το αριστερό του, χωρίς να τη σφίγγει απλά, την κρατούσε. περπατούσαν
χωρίς να μιλάνε και τα βήματά ταίριαζαν απόλυτα. Τώρα, σήμερα, θυμάται
πως την ώρα που ανηφόριζαν χωρίς να μιλάνε, τότε ήταν που συνειδητοποίησε
πως η μέρα ήταν παράξενη. δεν ήταν μόνο το φως της, που λέγαμε νωρίτερα.
-καθώς περπατούσαν «τον ανήφορο», έβλεπε τις σκιές τους στο δρόμο
τεράστιες.
ήταν
και η ανηφόρα. δεν ήταν όπως τη θυμόταν παλιότερα. σα να είχε χαμηλώσει
η κλίση της. τότε, δεν έδωσε σημασία, σήμερα όμως, αυτή η εικόνα, «έσκασε»
μέσα στο μυαλό του από το πουθενά...
έφτασαν στο σπίτι. το θυμάται σαν τώρα. η νεκροφόρα ήταν τεράστια
(σαν τις σκιές μας στο δρόμο - σκέφτηκε τότε), μαύρη και γυαλιστερή.
πρώτη φορά έβλεπε τόσο γυαλιστερό μαύρο χρώμα.
- τον έφεραν, τον θυμάται να λέει
(ήταν λες και όλα τα παρακολουθούσε να διαδραματίζονται
από ένα παράθυρο - αρνούνταν να δεχτεί πως του συνέβαιναν)

και η φωνή του, του ακούστηκε απόλυτα φυσιολογική κι αυτό
τον παραξένεψε... πιασμένοι χέρι - χέρι μπήκαν στο σπίτι και προχώρησαν προς
το νεκροκρέβατο
- ήρθα, είπε κοιτώντας τον Νεκρό ο οποίος βρισκόταν σε εμβρυακή στάση
και ντυμένος με κάτι παλιόρουχα
(μια ξεχειλωμένη -στο λαιμό- άσπρη, κοντομάνικη φανέλα κι ένα σώβρακο
χωρίς κουμπιά, μπροστά).
ο Νεκρός πετάχτηκε επάνω και το χλωμό πρόσωπό του φωτίστηκε..
- σε περίμενα, του είπε και τα μαύρα του μάτια έλαμψαν κι αυτά...
(σήμερα ξέρει πως ο Νεκρός ποτέ δεν είχε μαύρα μάτια, ίσως μπλε, μαύρα όμως όχι)
την επόμενη στιγμή, πάγωσε κι απόμεινε στην εμβρυακή του στάση
με τα μάτια κλειστά
και όσο κι αν προσπαθούσαν να τον «ισιώσουν», δεν το κατάφερε κανένας τους.
αυτός, απόμεινε να κοιτάζει, κρατώντας την πάντα από το χέρι
-σφιχτά αυτή τη φορά- την άσπρη κλωστή που έβγαινε από το
δεξί του μάτι...


την τράβηξε κι έφυγαν από το μέρος του Θανάτου
πήγαν στο σπίτι του.
μαζί τους κι ένας φίλος, χωρίς να μιλάει - θυμάται που μπήκαν μέσα και το
φως εκείνης της παράξενης μέρας τους ακολουθούσε όπου κι αν πήγαιναν.
της άφησε για λίγο το χέρι....
κι εκεί..... ξύπνησε....
ανακάθισε στο κρεββάτι τρίβοντας τα μάτια του κι έχοντας -μετά από καιρό
μια ευχάριστη διάθεση-
την επόμενη μέρα, έκανε το ταξίδι με την τσάντα στην πλάτη, για τελευταία φορά..
σκεφτόταν, πως δεν έπρεπε να είχε αφήσει το χέρι της ούτε στιγμή...



___________________________________________________


Τ. Λώλης+Ν.Μωϋσόγλου - Παράδεισος (Red)
Μαρία Αριστοπούλου - Μπορεί Να 'χε Πολλά Να Πει
Μικρές Περιπλανήσεις - Τραγούδι Αργό
Ν.Γράψας - Το Τέλος Ενός Καλοκαιρινού Έρωτα
Σωκράτης Μάλαμας - Κι Ό,τι Ψάχνω
Σπύρος Σούκης - Η Μάγισσα Της Αραπιάς

Θανάσης Γαϊφύλλιας - Stavento

5 σχόλια [ποστ γιουαρ]:

Balidor said...

Με ανατρίχιασες βρε, πρωί πρωί...

miliokas said...

Είναι περίεργα τα όνειρα - μερικές φορές, πολύ ζωντανά - λες και τα ζεις εκείνη τη στιγμή κι όταν ξυπνάς, λυπάσαι που ξύπνησες - το κακό, όταν ξυπνάς είναι, πως "χάνεις" τη συνέχεια.

-μiliokas aka skylos_mayros-

AlexMil said...

Δύσκολη ανηφόρα, όταν την ανεβαίνεις με κάποιον άλλο, τον γνωστό, το δε τέλος δεν είναι μήπως σαν τη γέννηση.
Επιβλητική ατμόσφαιρα και εικόνες.

Τα λέμε

Μπάτλερ said...

Της σφίγγει το χέρι... Κι όμως. Ο θάνατος αν και μας αφορά όλους, στο τέλος γίνεται πολύ προσωπική υπόθεση.

Είναι ανατριχιαστικά περίεργο το πώς η περιέργεια νικάει την ανατριχίλα καμιά φορά! :)

hackaday said...

Μπρρρ!!! Σκιάχτηκα λιγάκι... Την καλημέρα μου...