[:yellow_sky]

:





 John Hammond - Jockey Full Of Burbon

στη Δεύτερη Πόλη έφτασα σχεδόν σούρουπο.
δε θυμόμουν καν πως είχα καταλήξει εκεί.
θυμόμουν μόνο την κίτρινη ατμόσφαιρα
και τον ασθενικό ήλιο που οδηγούσε τη μέρα στο τέλος της.
στις παρυφές της πόλης, χαλάσματα και χώματα. στην άκρη του δρόμου υπήρχαν μεγάλα χαντάκια. σαν τομές ανασκαφής αρχαιολογικού χώρου, αν με καταλαβαίνεις.
αρχικά μου θύμησαν το Νησί -έμοιαζαν άλλωστε- αλλά όπως είπαμε και παραπάνω,
είχα σχεδόν φτάσει στη Δεύτερη Πόλη.
εκεί μέσα, στις τομές -που τα τοιχία τους έφταναν σχεδόν το ύψος το δικό μου-μη φανταστείς πως είμαι κανας ψηλός-κανονικός είμαι- ένα τσούρμο γυφτάκια, κλώτσαγαν μια πλαστική, πράσινη, ξεφούσκωτη μπάλα.
περπατούσα χωρίς να με νοιάζουν οι λάσπες που κολλάγανε στα παπούτσια μου.
χάζευα τα γυφτάκια και αναρωτιώμουν πως στο διάβολο βρέθηκε τόση λάσπη χωρίς να έχει βρέξει.
τα γυφτάκια άρχισαν να μαλώνουν. έτσι, από το τίποτα. ούρλιαζαν και φώναζαν.
έκανα ένα, δυο βήματα ακόμα κοιτώντας τα. από ένα διπλανό χαντάκι-τομή εμφανίστηκε μια γύφτισσα. έμοιαζε λες κι έβγαινε από την Πόρτα κάποιου σπιτιού χωρίς στέγη.
χοντρή, βρώμικη και άσχημη. πίσω της ο ουρανός βαφόταν ακόμα πιο κίτρινος.
κάτι είπε σε μια γλώσσα που δεν κατάλαβα και μετά βούτηξε μια πέτρα μεγάλη όσο ενα πιάτο βαθύ κι έλιωσε το κεφάλι του παιδιού που φώναζε δυνατότερα.
τα άλλα σκόρπισαν.
αυτή πήρε το χτυπημένο παιδί που το κεφάλι του έμοιαζε λες και ήταν από ζελέ.
"σαν ιπτάμενος δίσκος ήταν αυτή η γαμημένη η πέτρα" σκέφτηκα.
κράτησε το παιδί στην αγκαλιά της με το κεφάλι του διάφανο σχεδόν να κρέμεται στο αριστερό της πλάι.
για λίγο.
μετά, το εξφενδόνισε πάνω στον χωμάτινο τοίχο κι αυτό διαλύθηκε γεμίζοντας τα πάντα τριγύρω με ενα πρασινωπό παχύρευστο υγρό.
έριξα μια ματιά στον ασθενικό -σχεδόν ανύπαρκτο ήλιο πίσω από τα γκρεμισμένα κτήρια και τάχυνα το βήμα πριν με προλάβει το σκοτάδι. 
απο μακρυά ακούστηκε μια σειρήνα συναγερμού. 
άρχισα να τρέχω...

Winston Mcanuff and Fixi - Garden Of Love

[:may's_rain]

:
βροχερές μέρες του Μάη
και αέρας. σα να είναι νοέμβρης σε νησί
παλιά λέγαμε, στον καταραμένο τόπο, μάη μήνα βρέχει
τώρα, δε φαίνεται να δίνει και κανένας και πολλή σημασία
μη σου πω και καθόλου, μερικοί, μπορεί και να μη γνωρίζουν την ύπαρξη
αυτής της παροιμίας. δε σου κρύβω πως κι εγώ κοντεύω να την ξεχάσω.
υπάρχει η βροχή στην ατμόσφαιρα. κι αυτό το ελαφρύ κρύο που όπως έλεγα
και παραπάνω, θυμίζει νοέμβρη σε νησί. ντάξει, αρχές νοέμβρη.
άφησα και τις πόρτες ανοιχτές, έτσι, να σχηματίζεται κάποιο ρεύμα...











πάντως, έτσι και συνεχιστεί αυτός ο καιρός και μέσα στο καλοκαίρι
θα έχω την ψευδαίσθηση, ότι θα ζω σε κάποιο τροπικό μέρος/τόπο
πως σου φαίνεται;













 τις προάλλες λοιπόν, 
βρέθηκά έξω από έναν εγκαταλελειμμένο σιδηροδρομικό σταθμό 
σχεδόν τυχαία-αν θεωρήσουμε ότι το τυχαίο υφίσταται. 
έβρεχε-όχι κάμμια μπόρα της προκοπής 
αλλά την χρησιμοποίησα σαν πρόφαση για κάτσω 
και να κάνω τσιγάρο-ξέρεις να μπορέσω να σκεφτώ με την ησυχία μου 
θυμήθηκα που λες, χίλια χρόνια πριν -ίσως και χίλιαπεντακόσα 
ποτέ δε μπορείς να είσαι σίγουρος με τα νούμερα, 
ειδικά όταν δεν λειτουργούν υπέρ σου, πως είχαμε κανονίσει με κάτι φίλους 
να πάρουμε το τρένο κάτα μήκος της παραλίας μόνο για βόλτα.
να φτάσουμε μέχρι το τέρμα να πιούμε καφέ στο καφενείο του σταθμού
και μετά να επιστρέψουμε -πάντα, αργα το απόγιομα-
εγώ να φωτογραφίζω τους σταθμούς κι αυτοί, έτσι απλά, για τη βόλτα
δεν το πραγματοποιήσαμε ποτέ, το αφήναμε πάντοτε
για κάποια άλλα στιγμή -η οποία δεν ήρθε ποτέ.
αυτό που ήρθε μόνο ήταν η κατάργηση της σιδηροδρομικής γραμμής
κι έτσι αυτό το μικρό train-trip δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ
μετά, οι σταθμοί ερήμωσαν και τα πολλά από τα καφενεία έπαψαν να
στεγάζονται στα κτήριά τους, με τον καιρό λεηλατήθηκαν αλλά 
εδώ δεν πάμε να θίξουμε κανένα κοινωνικό πρόβλημα και το κόβω_


the speakeasy three when i get low, i get high










η τελευταία φωτογραφία είναι από τον καιρό που τα τραίνα
περνούσαν πάνω-κάτω κάθε εξηνταπέντε λεπτά
μη σου πω και νωρίτερα_
these days are gone_
ολ πίκτσερς αρ μάιν_

[:totally green]



















στην κάρτα sim του παλιού κινητού της που άνοιξε
εκείνο το απόγιομα της Κυριακής,
οι περισσότεροι αριθμοί δε χρησιμοποιούνταν πια.
Στις εξερχόμενες έγραφε: ΜΠΑΜΠΑΣ,
θυμήθηκε ότι το είχε αλλάξει λίγο καιρό πριν αυτός πεθάνει.
πιο πρίν τον έγραφε με το όνομά του ή το κοσμοπολίτικο daddy,
ενώ όταν ήταν εκνευρισμένη μαζί του το άλλαζε και το έκανε ΓΕΡΟΣ.
Το άφησε στην άκρη, κι από τον πάτο της καφετί τσάντα της τράβηξε
ένα πράσινο, καταπράσινο φουλάρι που της είχε χαρίσει
ο μπαμπάς της, ή γέρος ή daddy, στα τελευταία της γεννέθλια.
Ήταν τα πρώτα που είχε θυμηθεί και τώρα που το καλοσκέφτεται
ήταν και τα τελευταία.
Έσβησε το παλιό κινητό, το πέταξε στη καφετί τσάντα και την καταχώνιασε στο συρτάρι.
εκεί που ήταν από τότε.
Σκούπισε τα μάτια τηε με το φουλάρι και το τύλιξε στο λαιμό της.
ρούφηξε τη μύτη της, χαμογέλασε στο είδωλό της  στον καθρέφτη
κι άνοιξε την πόρτα.
απόψε, θα έκοβε τα μαλλιά της κοντά

The New Mastersounds - Be Yourself
Swingrowers - Via Con Me

[21:42]

 .

καλοκαιριάζει_
παλιά, όταν ήμουν νέος και νέος και στην bloggόσφαιρα
που αυτό συνεπάγεται και πιο ορεξάτος,
έγραφα διάφορες εξυπνάδες του τύπου
"..τώρα που μεγάλωσε η μέρα, αν θα ζούμε περισσότερο..."
κι άλλα τέτοια που τα στόλιζα μα φωτογραφίες που τραβούσα
με ένα παλιό Nokia N 70 -το iPhone ήρθε αργότερα...
Βλέπεις τότε -τω καιρώ εκείνω δηλαδή, το twitter δεν ήταν και τόσο
διαδεδομένο και μπορούσα άνετα να τα λέω, καθώς δε θα βρισκόταν κανένας
να με κατηγορίσει για κλεμμένο τουΐ και τέτοιες παπαριές.
Όχι πως ίδρωνε το αυτί μου -καλά, αυτό δεν ιδρώνει ούτε και τώρα-
αλλά σε κουβέντα να βρισκόμαστε, ξέρεις τώρα...
Κι αν δεν ξέρεις, μια χαρά μπορείς να φανταστείς!
Ή όχι;
σιγά μην έλεγες "όχι"
Κανένας δεν παραδέχεται πως δε μπορεί να κάνει-φανταστεί-καταφέρει κάτι...

Αλλά με όλα αυτά ξεφύγαμε από το θέμα μας
Βασικά, και για να μην κοροϊδευόμαστε,
θέμα δεν υπάρχει -οπότε.... μια χαρά βαδίζουμε...







λέγαμε λοιπόν για το καλοκαίρι που έρχεται -αν, την ώρα που γράφονται όλα αυτά
δεν έχει φτάσει κιόλας 
ένα π΄ραγμα λοιπόν που με χαλάει που έρχεται το καλοκαίρι,
είναι που πέρασε ο χειμώνας και δεν πρόλαβα να φορέσω όλα όσα χειμωνειάτικα ρούχα ήθελα. Δεν πρόλαβα ρε παιδί μου και τώρα, τα βλέπω να με κοιτάζουν περίλυπα
μέσα από τις ντουλάπες και με ένα ειρωνικό υφάκι.
Τα μάζεψα λοιπόν και τα έβαλα όλα παρεά στις πάνω ντουλάπες που σπάνια ανοίγω
και που δε φτάνω κιόλας και τους έδωσα ραντεβού για την επόμενη χρονιά,
βέβαιος πλέον πως στο ραντεβού μας μόνο εγώ θα παρευρεθώ_









ένα άλλο θέμα -θέμα, λέμε τώρα- είναι που θα περνάω τον ατέλειωτο ελεύθερο χρόνο μου.
σε ποιό μέρος δηλαδή. τι εννοώ, ε;
θα σου πω τι εννοώ. 
ένα μέρος που να συνδιάζει, ωραίο τοπίο, καλό καφέ και καλή μουσική.
ειδικά το τρίτο σκέλος είναι κάτι που πολλές φορές δρα καταλυτικά για το αν επισκεφτούμε ή όχι κάποιο μέρος, παύλα, μαγαζί, παύλα, ξερωγώτι.
πέρυσι στάθηκα κομμάτι τυχερός, βρεθηκα σε ένα που συνδίαζε όλα τα παραπάνω
κι άκουσα από 
Perry Como - Papa Loves Mambo (Skeewiff Remix)
μέχρι λάκη παπαδόπουλο -το παραπάνω κομμάτι, στην κανονική εκτέλεση 
που ακούς εδώ
συν τα καταπληκτικά σάντουϊτς, την καλή παρέα κλπ. κλπ
ε! κι όπως ξέρεις, τα καλά κρατάνε λίγο -έτσι κι αυτό και μετά τα πράγματα κύλησαν
διαφορετικά απ΄ότι τα είχαμε φανταστεί, με πιάνεις, έτσι;
με πιάνεις, χαζός είσαι να πεις όχι και να κατηγορηθεί η νοημοσύνη σου;
Cromatica Pistona - Down In Mexico
μετά βρέθηκα σε ένα μέρος και ήταν λες και ήμουν στο μέξικο
μιλάμε για τέτοια φαντασίωση, κοίτα αν δε με πιστεύεις_

Λέγαμε όμως για τη μουσική -όχι ότι με πειράζει κι αυτό επειδή τις περισσότερες φορές πηγαίνω οργανωμένος αλλά δεν είναι και πολύ κομψό να τριγυρνάς όλη την ώρα με τα άσπρα ακουστικά του iPod χωμένα μέσα στ' αυτιά -έχεις εικόνα;
Έχεις, σιγά που δε θα 'χες!!

λέγαμε όμως για το καλοκαίρι κι όπως γίνεται τις περισσότερες φορές,
-όταν μ' αφήνεις δηλαδή να μιλάω ακατάπαυστα- 
ξεφύγαμε από το θέμα μας
αρχικά ξεκίνησα για να πω τι μου έχει λείψει από τα παλιά καλοκαίρια
αλλά ξεχάστηκα όπως κατάλαβες
 πάντως, ένα από αυτά που μου μου αρέσει είναι το γεγονός πως η γκαρνταρόμπα μου περιορίζεται σε μια δεκάδα ρούχα! 
βερμούδες -tShirt-σαγιονάρες κι όχι απαραίτητα μ' αυτήν τη σειρά.
κι ένα άλλο που μου έχει λείψει είναι εκείνες οι παμπάλαιες ψάθινες καρέκλες
-οι παλιές- που καθόσουν και τρίζανε, που τις κόλαγες στον τοίχο με τα δυό πόδια στο πάτωμα και σου έμπαινε το ψαθί στον κώλο και τιναζόσουνα στον αέρα.
Άλλη αίσθηση αυτές οι καρέκλες.
καμμία σχέση με τις πάνινες που θα είδες αν πήγες στο λινκ παραπάνω...


















 Η δική σου η γνώμη ποια είναι;

PS: όπως λέει κι ο τίτλος το ποστ ξεκίνησε να γράφεται στις 21:42
βέβαια, τώρα, 23:08 ακόμα γράφω -τις τελευταίες του αράδες-
αλλά μεσολάβησαν διάφορα κατα τη συγγραφή του.
από πλύσιμο πιάτων, μέχρι απάντηση σε μέηλ
συν το απλόαντ των κομματιών..
Τα κομμάτια που το συνοδεύουν είναι και το σάουντράκ του_

[smoke and coffee_in pink]

_
αυτή, είναι μια παλιά φωτογραφία, συνέχεια αυτού εδώ του
ποστ. βρέθηκε ξεχασμένη μέσα σε ένα μάτσο 
από παλιές, παύλα, ξεχασμένες φωτογραφίες
σε κάποιο συρτάρι του γραφείου και είναι τραβηγμένη
σχεδόν είκοσι χρόνια πριν [λέμε τώρα]


      
Στη συνέχεια, είναι αυτή η φωτογραφία, η οποία τραβήχτηκε    -μάλλον πρόσφατα- κάποιο βράδυ περί τη μία και εικοσιπέντε  όπως μπορείτε κάλλιστα να δείτε απέναντι στο ρολόι του τοίχου  κι εν μέσω, χαλάρωσης, πλάκας και ηλίθιων αστείων.  Δεν έχει κάτι το σημαντικό αλλά μου άρεσε έτσι όπως αποδίδονταν τα χρώματα τη συγκεκριμμένη στιγμή  κι από την άλλη, ήταν αυτή η επαφή, παύλα, επικοινωνία -στιγμιαία μεν- που υπήρξεόμως, καθώς τον περισσότερο καιρό τα σόσιαλ μήντια κερδίζουν έδαφος. 
Στον τρόπο επικοινωνίας εννοώ. 


Η άλλη -η αποκάτω δηλαδή, η ασπρόμαυρη- 
είναι  πρόσφατη και τραβηγμένη σε ένα μέρος που 
δεν έχω την πολυτέλεια να πηγαίνω συχνά.
Αλλά συνήθως πηγαίνω πάντοτε, με την κατάλληλη παρέα. 
[συνήθως-πάντοτε]
 

μία ακόμα που μου αρέσει -και για τα χρώματα κι επειδή
τραβήχτηκε μια ηλιόλουστη χειμωνειάτικη μέρα
κι εν κινήσει χωρίς να κοιτάζω καλά καλά...
μια χαρά βγήκε όμως_
 
εδώ είναι διάφορα "σκουπίδια" από το δεξιό-πάνω συρτάρι
από βελόνες πικάπ μέχρι... 
ξερωγώ τι_
το από πάνω κομμάτι από κάποιο πάρτυ που χορεύαμε
όταν πηγαίναμε σχολείο
 
και ύστερα η αποκάτω
ένα χειμωνιάτικο βράδυ βολτάροντας
βασικά, για δουλειά ήταν αλλά αποφασίσαμε 
να τα συνδιάσουμε όλα παρέα_



κι ένα καρτ-ποστάλ που καβατζώσει κάποτε
-χίλια χρόνια πριν σχδόν-
από κάποιο μαγαζί παύλα καφέ, στην Αθήνα,
τότε που οι επισκέψεις μου στην πρωτεύουσα
κυμαινόντουσαν γύρω στις τέσσερις με πέντε φορές το μήνα
Η Louise Brooks είναι
γράφει στο πίσω μέρος:
Louise Brooks, Filmarchiv Austria, Sammlung Leuther

Νίκος Νικολαΐδης

[:new_price]



αυτές τις μέρες είμαι χωρίς ίντερνετ. κομμένο. από τη ρίζα.
όχι λόγω ιδεαλισμού -αυτά είναι μαλακίες.
απλήρωτο έμεινε

έξω βρέχει...
νωρίτερα, είχε ήλιο και πριν από αυτόν έβρεχε ξανά. το πρωΐ ξύπνησα νωρίς.
δεν υπήρχε λόγος, απλά ξύπνησα... έβρεχε...
βγήκα έξω και πήρα μερικά ξύλα, τα πέταξα στο τζάκι και μετά από λίγο
κάτι ξεψυχισμένα κάρβουνα που υπήρχαν, πήραν ζωή. μέχρι τα ξύλα να φιλοτιμηθούν να ανάψουν, είχα κάνει καφέ, τρία τσιγάρα και είχα κουρέψει λίγο από μόνος μου τα μαλλιά που είχαν μακρύνει...ξανά...
μετά, χάζεψα τη βροχή που έπεφτε δυνατά -που έλεγαν παλιά και οι Λευκή Συμφωνία,
σύνδεσα το iPod να παίζει και κάτι... έτσι για να σπάει η μονοτονία της βροχής...
καθ' ότι η βροχή 
-μη λέμε ξανά  τα ίδια και τα ίδια- 
πάντα μου θυμίζει ταινίες του Νίκου Νικολαΐδη ....
και ξανάπιασα να διαβάζω τη Στεκιά...



Έξω ψιλόβρεχε ακόμα αυτή τη γαμημένη Κυριακάτικη βροχή απόγευμα πριν τη Δευτέρα και το  κεφάλι μου βάραινε καμπάνα το τσιγάρο δεν καθότανε και στο κρανίο μέσα βάλτωνε μια μαλαστούπα στο φινάλε δεν τα βγάζεις πέρα με τις συφιλιάρες άναψα τη σόμπα πήρα τη δόση μου το καυσαέριο σήκωσα απ’ το υγρό μωσαϊκό κι αναποδογύρισα την τσάντα πάνω στη λαχανιά λάκα τουαλέττα Γεωμετρία Χημεία  Κοσμογραφία με σβούριξε κ’ η πρώτη ζαλάδα γαμώ το θεοδόλιχό μου μέσα και μια μάντρα αρχίδια πως θα τελειώσω αυτό το γαμημένο το κωλοσχολείο χτυπούσε και το τηλέφωνο από πάνω γαμησέ τα—τα παράτησα κ’ έπεσα στο κρεββάτι μου και σάπισα μέσα στα ρίγη μέχρι το  πρωί.
  
Μετά βγήκα έξω, φορώντας ένα παμπάλαιο, κατάμαυρο παλτό που ποτέ δεν κατάφερα να αποσαφηνίσω την προέλευσή του
-σήκωσα και τους γιακάδες, περισσότερο για το κρύο και λιγότερο για στυλ, 
φορτώθηκα την τσάντα στον ώμο και κατηφόρισα. Ο ήλιος τώρα την είχε δει καλοκαίρι και βλαστημούσα που δεν είχα πάρει τα γυαλιά μου μαζί. 
Βέβαια, στη συνέχεια επικράτησε το σκηνικό "Λονδίνο τα Χριστούγεννα" και η βροχή ξανάρχισε να πέφτει δυνατά που έλεγαν παλιά και οι Λευκή Συμφωνία, που λέγαμε παραπάνω.
Ο καπνός είχε πάρει άλλη μια φορά την άνοδο και το όλο σκηνικό μου θύμησε άλλη μια φορά τον  Γκέμπελς: ...φήμες λένε πως θα ακριβύνουμε το ψωμί -φυσικά και θα το ακριβύνουμε αλλά όχι στις τιμές που επικαλούνται οι φήμες...
και σε ελάχιστο χρονικό διάστημα το ψωμί είχε πάει τρεις φορές περισσότερο της αρχικής τιμής. κάτι τέτοιο και τώρα.

Μαλακίες μια βροχερής μέρας ήταν όλα τα παραπάνω, πλην της Στεκιάς.
η ουσία του ποστ, βρίσκεται στη μουσική του_

Oscar - Freezer




316










για μια στιγμή σκέφτηκα να γυρίσω πίσω. Να πετάξω τη βαλίτσα μου στο πορτ-μπαγκάζ, να κάτσω στο πίσω κάθισμα ανάμεσα στον μιχαλάκη και τον Μπογκομόλετς, ν' ανάψω ένα μυρωδάτο Τσέστερφηλντ κι όλοι μαζί ν΄αμοληθούμε και να ψάξουμε για τα παιδιά με τα βεσπάκια και τη μάυρη Φόρντ, που κάπου χάθηκαν.
-Φεύγα τώρα, άκουσα δίπλα μου τη φωνή του Τάκη.
Κι αυτό ακριβώς έκανα.

[:new_years_day]







afternoon



five years + κάτι ψιλά_

five years και κάτι ψιλά που λέει κι ο τίτλος...
Τόσα είναι τα χρόνια τούτου εδώ του blog στη
blogόσφαιρα.
Ή περίπου τόσα....
Στις μέρες είναι η διαφορά....
εδώ, βρίσκεται το τωρινό "πρώτο ποστ" χωρίς όμως να είναι αυτό
το πρώτο...
Αυτό, αν θυμάμαι καλά ήταν το δωδέκατο!!
Υπήρξαν κάποια που σβήστηκαν επειδή μέσα σε αυτά υπήρχε μουσική ανβασμένη,
κάποια άλλα που τά έσβησα εγώ ο ίδιος καθώς δε με αντιπροσώπευαν πλέον
και κάποια άλλα που δεν ξέρω/θυμάμαι τι έγιναν...
Το φτιάχναμε τέτοιες μέρες θυμάμαι με έναν φίλο.
Δε θυμάμαι τι γράψαμε στο πρώτο πόστ
Θυμάμαι όμως ποια ήταν η πρώτη φωτογραφία που έβαλα.
Μία που είχα τραβήξει με ένα Nokia και το αντικείμενο δεν υπάρχει πλέον

Η πρώτη φωτογραφία στο blog (2007)
Είναι η φωτογραφία δίπλα,
ή αποκάτω,
δεν ξέρω πως φαίνεται σε σας
καθώς η νέα-αναβαθμησμένη πλατφόρμα
του blogger δε βοηθάει σχεδόν καθόλου.

Θυμάμαι επίσης και ποιό ήτανε το πρώτο τραγούδι που ανέβασα στο πρώτο πόστ!
Το

Στα χρόνια που πέρασαν, το blog δεν κράτησε ποτέ σταθερό χαρακτήρα,
ούτε κράτησε ποτέ κάποιο συγκεκριμμένο ύφος,
είτε στα γραπτά, είτε στα μουσικά θέματα. . .
τα πάντα εξαρτιόντουσαν από τις διαθέσεις μου, τις ορέξεις, τις κάβλες μου αν θέλετε
και οτιδήποτε άλλο εξωτερικό ή μη ερέθισμα. . .
Αυτός είναι κι ένας από τους λόγους που αποφεύγω να το ξεφυλλίζω πλέον...
έτσι λοιπόν. . . φάιβ γήαρς και κάτι ψιλά. . .
Ανακατεμμένα φάιβ γήαρς, μ' ένα σωρό ανεβοκατεβάσματα-σκαμπανευάσματα. ..
Σε όλους τους τομείς αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία και νομίζω πως δε θα σας ενδιέφερε να την ακούσετε-διαβάσετε κι από την άλλη πάλι, δεν είναι και της παρούσης. . .
. . .στο δρόμο - November 2012
Τον τελευταίο καιρό θα έχετε δει πως αυτό που κάνω απλά
είναι αναπαραγωγή κειμένων από βιβλία και μόνο.
Από τη μία είναι πως δε βρίσκω κάτι να πω/γράψω,
από την άλλη πάλι, ψάχνουμε να βρούμε κι έναν τρόπο να "ζήσουμε", ξέρεις. . .
Η "αναπαραγωγή" που λέγαμε παραπάνω γίνεται μόνο και μόνο για να κινείται το blog..
μην πεθάνει ρε παιδί μου.
Αυτά_

Peggy Lee - Johnny Guitar

«...και τη βρίσκει μετά από πέντε χρόνια και της λέει...
μπορώ να σε δώ... είναι παράξενο.
Πάντως δεν τον ξέρω...
Ούτε και τ’ όνομά του μου λέει τίποτα...»

Cayetano - Will You Be Mine
 «Θέλεις να έρθεις να με δεις;
Θα μου φέρεις και τις φωτογραφίες;
Αυτές που έβγαλα στο μέρος εκεί που δεν πήγα ποτέ...
Έλα όποτε θέλεις, δεν με πειράζει.
Εγώ θα είμαι εδώ έτσι κι αλλοιώς...» 

Patchworks - Tribute To Mulatu
- Κι αφού η Βέρα πέθανε, ήρθες μαζί μου; 
- Πρίν. 
- Τι θα πει αυτό, τι πριν; 
- Πριν πεθάνει. 
- Και η Βέρα τόξερε; 
- Όχι, δεν νομίζω...

Nostradamos - Ta Paramithia Tis Giagias
«Δεν θυμάσαι, ένα σπίτι γεμάτο δέντρα;
Πεύκα ήτανε η κάτι τέτοιο... 
Βγαίνανε μέσα απ’ το πάτωμα... 
Υπάρχει και μια φωτογραφία σου εκεί μέσα.»
. . .last days of December

 Τα κείμενα στο τέλος είναι από την ταινία του 
κάποιες φωτογραφίες μπορείτε να δείτε και σε αυτό το πόστ!
Επίσης, αυτό το πόστ, έχει και μια "αστεία" παρατήρηση
όσον αφορά τις φωτογραφίες που το συνοδεύουν
αλλά κι αυτό είναι επίσης μια άλλη ιστορία κι όχι
-όπως και τόσα άλλα- της παρούσης.
Οι φωτογραφίες είναι δικές μου_
Αυτά λοιπόν για άλλη μια φορά_

[:fakin_christmas]














  
Karriem Riggins - Summer Madness S.A

Χριστούγεννα, σου λέει ο άλλος. 
Γαμημένα, άφραγκα Χριστούγεννα.
Τι να 'γινε η Μόλλυ και το σινεμά Νινόν. . . 
Κανένας πούστης δε 
σφυρίζει πια τη Τζέζαμπέλ.
 Τι να 'γινε το σινεμά Νινόν κι αυτό το κορίτσι. . . 
Η ταμίας του Πάνθεον, όταν έπαιζε το Γκάγκα Ντιν κι η άλλη 
του Αττικόν με το ρουμπινί αγκορά κι η πιο ωραία απ' όλες, 
με τα μάτια χρώμα γαλαζόπετρα.
Φύγαν και χάθηκαν όλες ήσυχα, μαζί με τα παλιά κτήρια, τις πλατείες 
και τις στέρνες.
Χριστούγεννα, σου λέει ο άλλος. 
Γαμημένα, άφραγκα Χριστούγεννα.

rainy days_




Έβρεχε μέχρι το μεσημέρι και μετά το πλάκωσε σε θύελλα βροντές μπουμπουνητά κεραυνοί έμεινα κουκουλωμένος στο κρεββάτι σιγά ρε φίλε που έιμαστε Καταιγίδα στούς Τροπικούς με την Μπέττυ Νταίηβις έβαλα τον αμερικάνικο κ' είχε κάτι χριστουγεννιάτικα τραγούδια γαμώ τη θλίψη μου μέσα και το λούκι της βροχής στον τοίχο πάνω απ' το κεφάλι μου κατέβαζε το νερό απ' το ταρατσάκι και με νανούριζε τσίγκινα κοιμόμουνα ξυπνούσα βάραγε το τηλέφωνο―η Μπέττυ αν είμαι καλά αυτή καλά είναι―ο Μάνος την έκανε κοπάνα κι αυτός τι θα φορέσουμε το βράδυ είχε βρει αυτοκίνητο στις 6 να κατέβω δυο στενά κάτω απ' το σπίτι στα σκαλάκια να με πάρει να πάμε Στέκι μετά έχει ραντεβού με Στέλλα Όλιβερ Μπογκομόλετς και δυο αφρόμουνα να πάμε όλοι παρέα στο πάρτυ Καλαμάκι ο Τάκης κι ο Βιθέντε θα κατέβουν από Φιλοθέη έπρεπε να λουστώ κι από πάνω.
Σηκώθηκα κατά τις 4 φουσκωμένος σαν τη φράπα και η βροχή συνέχιζε έκανα δυο φλυτζάνια καφέ τρία τσιγάρα άναψα τη σόμπα κ' έβγαλα τα ρούχα για το πάρτυ μπλέ σακάκι παντελόνι γκρι πουκάμισο μπεζ και μια ριγέ στενή γραββάτα Μπάντυ Χόλλυ είχα και μαντηλάκι για την τσέπη κίτρινο αλλά δεν το 'βρισκα.

από τo κεφάλαιο 25 του βιβλίου 
"μια στεκιά στο μάτι του μοντεζούμα" του ΝΝ. 
σελ. 128

Apurimac - ultimo tango


Kάτω στην πλατεία Μαβίλη έβρεχε ωραία.
Τ' ασημένιο αδιάβροχο είχε γλυστρίσει ελαφρά από τους ώμους της, αυτή προχωρούσε μπροστά κι εγώ την ακολουθούσα. Κάθε τόσοσ γύριζε να βεβαιωθεί αν ήμουνα εκεί και μου χαμογελούσε. Πήγε και σταμάτησε μπροστά σ' ένα πράσινο Εμ-Τζι Μαρκ ΙΙ.
―Συγγνώμη αλλά δε μου αρέσει να μπαίνω σε ξένα αυτοκίνητα. Θα πάρουμε το δικό μου, είπε κι άρχισε να ψάχνει μες στη σανέλ για τα κλειδιά της.
―Και να 'θελες πάλι το δικό σου θα παίρναμε, παρατήρησα. 
Με κοίταξε με υποψία και μετά από μια μικρή αμήχανη σιωπή με ρώτησε αν στ' αλήθεια δεν είχα αυτοκίνητο. Τόσο απίστευτο της φαινόταν. Κι ύστερα συμπλήρωσε δειλά:
―Τι δουλειά κάνεις;
Πήρα το γύρο του αυτοκινήτου, την πλησίασα κι ακούμπησα τους αγκώνες μου πάνω στο βρεμένο ουρανό του Εμ-Τζι.
―Δεν ήξερα ότι για να βγεί κανείς μαζί σου πρέπει πρώτα να σου μοστράρει τη φορολογική του δήλωση.
―Δεν είναι απαραίτητο, μουρμούρησε.
Άφησα λίγο τις σταγόνες της βροχής να ταξιδέψουν πάνω στο μπουφάν μου κι άρχισα ν' απαγγέλω την εισαγωγή απ' τα Παιδιά της Οδού Κυβέλης:

από το κεφάλαιο 26 του βιβλίου 
Γουρούνια στον άνεμο (1992)
του ΝΝ σελ. 213

Bas Lexter Ens - No Te Meta


Η βροχή μόλις είχε σταματήσει. Η Machules ήταν μούσκεμα. Είχε να τη δει τρεις ολόκληρες μέρες. Πάνω στα νίκελ της γυαλίζανε οι χοντρές σταγόνες, καθώς γλυστρούσαν και ταξίδευαν προς τα κάτω. Το κάθισμα είχε μαζέψει λίγο νερό στο γούβωμά του. Πέρασε την παλάμη του πάνω απ' τη σέλα και τίναξε το νερό. Ύστερα έβγαλε ένα μαντίλι από την κωλότσεπη και καθάρισε το στροφόμετρο και το ταχύμετρο. Πέρασε και τα δύο καθρεφτάκια. Το τίναξε λιγάκι και τ' άπλωσε και το 'συρε πάνω στο ρεζερβουάρ. Πήρε λίγο και τα μπροστινά φανάρια της. έπειτα το 'στυψε και το 'βαλε στην τσέπη του.
Η Machules δεν πήρε με την πρώτη, γιατί ήταν κρύα. Όταν άναψε με τα πολλά, τη μαρσάρισε κάργα και την αμόλησε λίγο με τον τροχό ψηλά, μετά της έκανε μερικά μικρά χτυπηματάκια τραβώντας απότομα το τιμόνι προς τα πάνω και πέρασε σα σίφουνας το σταυροδρόμι, ό,τι και να γινόταν.

από το βιβλίο
"Ο Οργισμένος Βαλκάνιος" (1979)
του ΝΝ σελ. 257

tom waits - union square

Το βράδυ έιχε βρέξει άγρια και το πρωΐ ο ασβεστόλακκος ήταν γεμάτος νερό.

[. . .] Πήγε στην κάμαρή του, έβγαλε το μπλε σακάκι, μάζεψε τη σάκα κι άρχισε να ψάχνει για το πράσινο στιλό του. Δεν το βρήκε πουθενά και σκέφτηκε πως θα το 'χασε στο δρόμο.
Σε λίγο μπήκε η μητέρα του φέρνοντας τη λάμπα. Περίμενε να 'ρθεί να τον φιλήσει. έσκυψε το κεφάλι και δε μίλησε.
Αυτή δεν ήρθε.
Έξω έβρεχε για τα καλά.
Σκέφτηκε τον πατέρα του που θα 'τρωγε όλη τη βροχή από την προτελευταία στάση μέχρι το σπίτι. μετά θα 'ρχόταν με βρεγμένα του χέρια, τα κρύα χέρια, να τον ξυπνήσει και να τον χαϊδέψει.
Αυτό κάθε βράδυ.
Κάθε βράδυ να τον φιλήσει.
Σηκώθηκε, πήγε στην κουζίνα, πήρε τη λάμπα, την άναψε και την έφερε στο δωμάτιό του.
Κλείδωσε μετά την εξώπορτα.
Κάθισε μπροστά στο μικρό τραπεζάκι. . . έβγαλε τα βιβλία. . . Προσπαθησε να σκεφτεί κάτι ευχάριστο και θυμήθηκε την Κυριακή.
_________Την Κυριακή θα τον πήγαινει ο πατέρας του στην πόλη. Στο σινεμά θα έβλεπε το έργο δυο φορές, μετά θα μπαίναν στο λεωφορείο για να κατεύουν στην προτελευταία στάση. . .

"Οι Τυμβωρύχοι" (1966)
ΝΝ
Την Κυριακή ή το ωραίο 
τραγούδι που έλεγε
ο εργάτης φεύγοντας...

winston mcanuff - ras child