φθινοπωρινή ισημερία


το post είναι απο το challenge #september_days, season 12 φετος με τον υπότιτλο: microcosmos μιας κι οι περισσοτερες φωτογραφίες είναι τραβηγμένες γύρω - γύρω στο χωρο που κινούμαι

η σημερινή τραβήχτηκε τυχαία σε εναν δρόμο που πηγαινω συνηθως με τη Φριντα περισσότερο για να βολταρει αυτη & μου θυμησε αυτοματα την ταινια & το βιβλιο. 

την ταινια την είχα δει ασπρομαυρη τιβι οντας μαθητης ακομα, το βιβλίο -εκδοσεις BELL- toν Ιούνιο του '95 που κατεβαινα με το καραβι στο Ρέθυμνο. Στις πρωτες σελιδες του, εχει σημειωμένο με στυλο σε τετραγωνάκια κι αριθμούς ενα πρόχειρο ημερολόγιο με τις μέρες που θα έμενα εκεί κάτω.

θα απαραθέσω εδώ ενα απόσπασμα από το πρωτο κεφάλαιο του βιβλίου, ετσι να υπάρχει. ξεκιναει με στίχους από το somethin else του Eddie Cochran.

 1/ Οι Πρώτες Εικονες 

 E, για δες εκεί!
Απέναντι στον δρόμο!
Ένα αυτοκίνητο που φτιάχτηκε θαρείς για μένα,
Θα ήταν πολυτέλεια να έχω ένα τέτοιο αμάξι. . .
Αυτό το αυτοκίνητο είναι απίθανο άνθρωπε, 
Είναι Το κάτι άλλο.

Έντι Κόχραν

«Θεούλη μου» φώναξε ξαφνικά ο φίλος μου ο Άρνι! 
«τι έπαθες;» τον ρώτησα. Τα μάτια του είχαν γουρλώσει πίσω από το μεταλλικό σκελετό των γυαλιών του, είχε φέρει το χέρι στο πρόσωπο η παλάμη μισοέκρυβε το στόμα του και έτσι που είχε στρέψει το κεφάλι προς τα πίσω, ο λαιμός του έμοιαζε σαν να ήταν στημένος πάνω σε ρουλεμάν.

«Πάντα φρένο, Ντένις! Γύρισε πίσω!»
«Μα τι μου λες τώρα...»
«Γύρισε πίσω, θέλω να την ξαναδώ
Ξαφνικά κατάλαβα γιατί γινόταν όλη αυτή η φασαρία. «Ω άνθρωπέ μου, παράτα μας ήσυχους» του είπα αν εννοείς αυτό το. . . σαράβαλο που περάσαμε προηγουμένως...»
«Γύρισε πίσω!» επανέλαβε και η φωνή του θύμισε ουρλιαχτό. Εκανα στροφή και πήρα το δρόμο του γυρισμού πιστεύοντας πως όλα τούτα ήταν από τα συνηθισμένα σαχλά αστειάκια του Άρνι. Όμως είχα πέσει έξω, την είχε φάει κατακούτελα. Ήταν ερωτευμένος. 
Το αυτοκίνητο έχει τα χάλια του και έτσι δε θα μπορέσω ποτέ να καταλάβω τι ήταν αυτό που τράβηξε τον Άρνι. 
Στην αριστερή μεριά το παρμπρίζ ήταν θρυμματισμένο, κακότεχνος αραχνοΰφαντος ιστός. Το πίσω φτερό ήταν βουλιαγμένο και στο σημείο όπου είχε ξεφτίσει η μπογιά, φαινόταν κιόλας θρονιασμένο ένα παχύ στρώμα σκουριά. Ο πισινός προφυλακτήρας θεόστραβος, το πορτμπαγκάζ έχασε μισάνοιχτο και οι ταπετσαρία στα μπροστινά και τα πισινά καθίσματα ήταν χιλιοξεσκισμένη, θαρρείς και κάποιος την είχε ξεκοιλιάσει με κοφτερό μαχαίρι. Το ένα λάστιχο ήταν ξεφούσκωτο και τα υπόλοιπα «ορφανεμένα» από πέλμα, τελείως ξεφτισμένα, σε σημείο που πρόβαλαν από μέσα καναβάτσα. Και το χειρότερο απ’ όλα, κάτω από τη μηχανή υπήρχε μία μεγάλη μαύρη λίμνη από λάδια.
Ο Άρνι είχε ερωτευτεί μία Πλύμουθ Φιούρι του 1958, ένα από αυτά τα στενόμακρα μοντέλα με τα μεγάλα φτερά. Στη δεξιά μεριά του παρμπρίζ — εκείνη που δεν ήταν ραγισμένη-- υπήρχε μία παλιά ταμπέλα, ξεθωριασμένη στον ήλιο που έγραφε ΠΩΛΕΙΤΑΙ.

«Για κοίτα τις γραμμές της, Ντένις» ψιθύρισε ο Άρνι. Έτρεχε γύρω απ’ το αυτοκίνητο σαν δαιμονισμένος. Τα ιδρωμένα μαλλιά του χοροπηδούσαν ξεχτένιστα. Δοκίμασε την πίσω δεξιά πόρτα και εκείνη άνοιξε μ’ ένα θυμωμένο βογγητό. «Άρνι, πλάκα μου κάνεις, έτσι δεν είναι;» Είπα. «Σε χτύπησε ο ήλιος κατακέφαλα, ε; Πες μου πως έπαθες ηλίαση. Θα σε πάω στο σπιτάκι σου, θα σε στήσω κάτω από το ειρ-κοντίσιον και θα τα ξεχάσουμε όλα τούτα, εντάξει;» Όμως μέσα μου δεν έτρεφα και πολλές ελπίδες, ο Άρνι ήταν άπιαστος στα αστεία, μα τούτη τη φορά δεν υπήρχε ίχνος αστεϊσμού στην έκφρασή του. Αντίθετα διέκρινα στο μούτρο του κάτι σαν αποβλακωμένοι παραφροσύνη που δε μου άρεσε διόλου.
Δεν μπήκε καν στον κόπο να μου αποκριθεί. Από την ανοιγμένη πόρτα ξεχύθηκε  ένα ζεστό κύμα αέρα που μύριζε κλεισούρα, λάδια και προχωρημένη αποσύνθεση. Μήτε και σε αυτό φάνηκε να δίνει σημασία ο Άρνι. Μπήκε μέσα και κάθισε στο σκισμένο, ξεθωριασμένο πίσω κάθισμα. Καμιά εικοσαριά χρόνια πρωτύτερα, η ταπετσαρία ήταν κόκκινη. Τώρα το χρώμα της είχε γίνει ένα αχνό, ξεπλυμένο ροζ.
Άπλωσα το χέρι, τράβηξα ένα μικρό κομματάκι πλαστικό από τη γέμιση της ταπετσαρίας, το περιεργάστηκα για λίγο και έπειτα το πέταξα μακριά. «Κατά πως φαίνεται, πέρασε από παντού όλος ο ρωσικός στρατός προελαύνοντας για το Βερολίνο», είπα. Επιτέλους, ο Άρνι πρόσεξε πως ήμουν και εγώ κοντά του. 
«Ναι… ναι. Όμως μπορεί να φτιαχτεί. Θα μπορούσε να γίνει… να γίνει σκληρό καρύδι. Ένας κόμματος πάνω σε ρόδες, Ντέννις. Μία καλλονή. Ένα αληθινό. . .»
«Ε, εσείς. Τι κάνετε εκεί πέρα;»
Ήταν ένα γεροντάκι που έδειχνε να χαίρεται πάνω κάτω το 70ό καλοκαίρι του. Μπορεί και κάτι παραπάνω από 70. Αυτός όμως ο μάγκας μου έδωσε την εντύπωση ανθρώπου που δεν πολυχαίρεται τίποτα στη ζωή του. Είχε μακριά, κατσαρά μαλλιά… όσα τουλάχιστον είχαν απομείνει ακόμα στο κεφάλι του. Το φαλακρό μέρος του κρανίου του ήταν σκεπασμένο από μεγάλα λέπια ψωρίασης.
Φορούσε πράσινο παντελόνι, πάνινα παπούτσια και αντί για πουκάμισο κι είχε ζωσμένο στη μέση του κάτι που έμοιαζε με γυναικείο κορσέ. Όταν μας ζύγωσε είδα πως ήταν νάρθηκας για να στηρίζει τιμές του. Κρίνοντας από την εμφάνισή του για να τον αλλάξει από τότε που πέθανε ο Λίντον Johnson.
«Τι πασπατεύει εσείς οι δύο, μου λέτε»; Ρώτησε με στριγγιά αυστηρή φωνή.
«Δικό σας είναι αυτό το αμάξι, κύριε;¦ Τον ρώτησε ο Άρνι. 
Τούτη ερώτηση ήταν μάλλον ανόητη. Η Πλύμουθ βρισκόταν αραγμένη στην πρασιά της μεταπολεμικής παράγκας από που είχε βγει ο γέρος. «Γιατί, έχεις καμιά αντίρρηση;» Ρώτησε βαριά ο γερόμαγκας.
«Θέλω… »ο Άρνι ξεροκατάπιε, «θέλω να το αγοράσω» τα μάτια του γερόμαγκα πέταξαν φωτιές. Η θυμωμένη έκφραση χάθηκε απο το πρόσωπό του παραχωρώντας στη θέση της σε μία ύπουλη λάμψη των ματιών. Και τότε ήταν θαρρώ -τότε, ακριβώς εκείνη τη στιγμή- που ένιωσα μέσα μου κάτι παγερό. 
 

0 σχόλια [ποστ γιουαρ]: