[:sweet_september]

Sweet September
( υπαρξιακό θρίλερ)

το παρακάτω είναι ένα editorial του Στάθη Τσαγκαρουσιάνου
από το παλιό 01, τότε που τα editorials ήταν σα διηγήματα. Δημοσιεύτηκε
στο τεύχος 21 πού κυκλοφόρησε τον Σεπτέμβρη τού 1995 (1000 δρχ)


Καθισμένος στο μικρό λόφο, στα Κανόνια, κοιτάω τα κύματα απόψε, στην παραλία του Γέρακα. Επιτέλους νιώθω λίγη ησυχία. Εδώ και χρόνια η ζωή μου είναι μετέωρη.
Και δυσάρεστη.
Δεν εννοώ να χωνέψω ότι έχασα τη στερεότητα, τη λάμψη καί την αλαζονία τής νεότητάς μου. Λίγα πράγματα πιά μου κάνουν εντύπωση. Οι αισθήσεις αδυνατίζουν κι οι παραισθήσεις μου είναι προβλέψιμες. Ο έρωτας έχει να μ' ελεήσει χρόνια και το σέξ είναι πιά ένα εικοσάλεπτο λησμονιάς. Εννοείται ντοπάρομαι όσο μπορώ. Αλλά πόσα ψέμματα πιά νά πεις στον εαυτό σου;
Το ίδιο συμβαίνει σ' όλους τους φίλους μου. Αλλά εκείνοι είναι πιο
μετρημένοι στις εκφράσεις. Υπεκφεύγουν σχεδόν μηχανικά - στην Τέχνη, την τεκνοποιΐα ή την κραιπαλη. εγώ, πάλι, που αποφάσισα να μή γίνω καλλιτέχνης, βρίσκομαι απόψε κάτω απ΄την αχλαδιά στό χείλος τού λόφου. Κοιτάζω τα φύλλα της να θροΐζουν στ΄ασημένιο φως καί σκέφτομαι ανταγωνιστικά κόλπα  και παλιές αγαπούλες όχι απαραιτήτως με αυτή τη σειρά. Μόνο τα φυσικά φαινόμενα με ηρεμούν! Θα πρέπει να 'μαι θηριώδης τύπος (αριστοτελικά ομιλώντας), γιατί στήν κοινωνία ανέκαθεςν ένιωθα ξένο σώμα...
Δεν θέλω όμως να σκέφτομαι τίποτα απόψε, που ο αέρας είναι τόσο γλυκός και βρίσκομαι πάλι στο νησί μου. Ακούω φωνές απ' την παραλία, κάποιοι μεθυσμένοι θά κολυμπάνε. Τα ξερά χόρτα τρίζουν στην πλάτη μου και τ' αργιλόχωμα είναι ζεστό. Τώρα που ερχόμουνα είδα δυό αγόρια κι ένα κορίτσι πάνω σέ μία βέσπα -ήταν αγκαλιασμένοι και τραγουδούσαν το Space Oditty. Τους ακουλούθησα λίγο στα πεύκα τής Ερήμου - διέσχιζαν τό δρόμο καί το άσπρο τος βεσπάκι χανόταν και ξαναεμφανιζόταν σαν άσπρο σκαθάρι στίς σκιές. Μόνο ο μαλακός βόμβος της μηχανής ακουγόταν στην ερημιά κι αν έστηνες αυτί, θ' άκουγες πίσω απ' τά δέντρα τό μαλακό ρόχθο τών κυμάτων.
Σε λίγο θά πάω στό κτήμα του φίλου μου, να πιούμε και να μεθύσουμε με το νέο του κρασί 
(αν κι ελπίζω να 'χει σαμπάνια).
Θα μας πιάσουν οι φιλοσοφικές διερωτήσεις, θα μιλήσουμε λίγο για Σολωμό καί σεξ - θα περιγράψουμε πως ακριβώς κάνει έρωτα η Α. καί ο Δ., θ' ακούσουμε κάνα δίσκο και μετά θα πάμε στα κλαμπ γιά κάνα πυρετό.
Τίποτα σπουδαίο. Δεν έχω τι να πω. Ύπουλα φεύγει τό καλοκαίρι - ο γλυκός Σεπτέμβρης χτυπάει να του ανοίξουμε, οι καλοκαιρινές αγάπες διαλύονται μέ τις βροχές, εξατμίζονται τα φιλιά, ένα ποτό στο Σάντο Ντομίνγκο, ένα χωριατόπαιδο πού εξακολουθεί νά χορεύει μόνο στην πίστα, κάτι κερασμένα φιλιά, βεβιασμένα ταξίδια - κι απόψε τό απόλυτο κενό, μ' ένα τραγούδι του Richard Strauss κολλημένο στά μηνίγγια... Ίσως είναι μιά απλή διάθεση, μή δίνεις σημασία.
Όλα πρόκειται νά γίνουν καθώς πρέπει. Οι τριανταφυλλιές θα ξεραθούν, θα 'χουμε άνοδο κυκλοφορίας, θα αρχίσουν τά νέα σίριαλ, θα διαλυθεί τό ΠΑΣΟΚ, θα αποθεωθεί ο Neil Young, θα φύγουν κι άλλες τρίχες από πάνω σου, θα βαρεθείς να πλένεις το πουλί σου, θα έρθει ο χειμώναςς καί μετά πάλι η άνοιξη καί μετά πάλι το καλοκαίρι...
Σκέφτομαι αν ένας τόσο κουρασμένος άνθρωπος, αν καί μένα, έχει τό δικαίωμα νά μιλάει στους ευέξαπτους πιτσιρικάδες, νά γράφει στο περιοδικ΄τους, νά τούς προκαλεί γλυκό πυρετό. Ίσως θα 'πρεπε να φυτεύω φασολιές στην αυλή τού σπιτιού μου καί νά μεταφράζω William Carlos Williams καί νά γράφω ένα βιβλίο για τη μοναστική πυραμίδα τών παλαιστών σούμο. Δε θα 'ταν άσχημο νά φτιάξω ένα ξυλόσπιτο στην Αναφωνήτρα καί να μιλάω μέ τά φαντάσματα υπό τήν βασιλικήν δρύν. Να γίνω αυτό πού πάντα ήθελα: Ένα γλυκό ανθρωπάκι, πλασμένο από γαλήνη καί μέσους όρους, θρησκευόμενο καί απολύτως straight, που να τού χαϊδεύει μιά χοντρή γυναίκα τήν καράφλα και τά παιδάκια του να τού τραβάνε τίς τσέπες (γιά κανά τριπάκι).
Κλείνω τά μάτια καί ρουφάω τον αέρα τής θάλασσας. Αισθάνομαι τό διάφραγμα (που κατά τόν Όμηροκρατάει τούς μίσχους τής ανάσας) ν' ανεβοκατεβαίνεςι στήν κοιλιά μου. Καημένο σώμα μου, πόσο καλά μέ υπηρέτησες!... Τ' 'άστρα καίγονται, οι φωτιές τού φεγγαριού φωτίζουν τήν ήσυχη θάλασσα. Τα μυρμήγκια έχουν ανέβει πάνω μου, διασχίζουν τα μεταξωτά αρχιγράμματα στό πουκάμισό μου -Σ.Τ., όπως Σάρκα μου Τρελαμμένη, όπως Σαρωτικό Τέλος, όπως Σχιζοειδή Τριαντακάτι, όπως Σώπα γλυκέ μου Τρόμε.
Έλα, σύνελθε, η νύχτα μέ όλα τά μάγια της περνάει, οι φίλοι σέ περιένουν, αύριο θά ξαπλώσεις στήν άμμο, τό απομεσήμερο καί θά κλείσεις τά μάτια. Ελαφριά καί διαφανή θά περάσουν τά σύννεφα, η σκιά καί τό φως θά δώσουν δραματική ένταση στήν ανία σου -τό κύμα θα γίνει αφρός, καί ο άνεμος θά τό πάρει, θά τό στριφογυρίσεισέ μιά δίνη μικρής ολκής καί μετά θά το κάνει μια αχνή ολόδροση ίριδα: μόνο φώς κι αέρα.
Έτσι καί συ: είσαι στην άμμο, είσαι στο χώμα -αλλά είσαι μόνο ματαιωμένο φώς.
Σήκω, προτού σε φάνε οι ψύλλοι, μοναδικέ μου φίλε, εντιμότατε Σ.Τ.












στην πρώτη φωτογραφία -πάνω - πάνω- είναι τα κομμάτια:
ΑΥΤΟ ΤΟ ΤΕΥΧΟΣ ΣΤΗΘΗΚΕ ΑΚΟΥΓΟΝΤΑΣ
εγώ τό αντέγραψα ακούγοντας τελείως διαφορετικά κομμάτια -δείγμα παραθέτω παρακάτω κί έχοντας στο μυαλό μου εικόνες από τότε.
από περίεργους, μακρυνούς Σεπτέμβρηδες, περασμένως δεκαετιών

Raoul Guillaume Et Son Groupe - Mas Eleve
Mulatu Astatqe - Mulatu's Mood
Captain Planet - Chingata (ft. ChigiyoMaster) 

1 σχόλια [ποστ γιουαρ]:

Kostas said...

Το αχλάδι κάτω από την αχλαδιά θα πέσει , αλλά ένα νέο πιό όμορφο δένδρο θα φυτρώσει . Ελπίζω .

Post a Comment

Μίλα κι εσύ (αλλά πες κάτι)