Πως έγινε και πουλήσαμε τον Σκαραβαίο μας

 photo 0716EFA2-70DB-467F-A23C-4C00E6DC6772-5575-000006EA7F016362.jpg
 aint no use
hugh masekela mama
 
Όλα έγιναν πολύ πρωί.
μπλοκαρίστηκε η γειτονιά, το καμιόνι στάθηκε έξω
απ' την πόρτα του.
Χτύπησαν... εκείνο το ιδιαίτερο χτύπημα.
Τινάχτηκε το γατί μέσα απ' τα συρτάρια της βιβλιοθήκης που κοιμόταν.
Σηκώθηκε και εκείνος.
Η αδερφή του θηλάκωσε το ζεστό μαστό της μες στο κρεατί ζέρσεϊ, τράβηξε τον ύπνο απ' τα μάτια και τον φίλησε και του 'πε: Αντίο...
Έβαλε μέσα στη μαξιλαροθήκη λίγες αλλαξιές, κάτι παλιές φωτογραφίες, ένα πενηντάρικο σε κέρματα από το θείο. «Τώρα που φεύγεις» του 'χε πει.

Ανέβηκε στο καμιόνι. Στο βάθος ήταν και κάποιος άλλος.
Κατηφόρισαν μέσα στις σκούρες πρασιές με τις αγκαθωτές πινακίδες... Ένα κουτί από σαρδέλες τινάχτηκε κάτω από τα λάστιχα και γράφοντας μια κίτρινη τροχιά ήρθε και στάθηκε πάνω στην άσφαλτο με τα πόδια ψηλά και την κοιλιά σκισμένη.
Μια φωτίτσα σπίθησε στο βάθος του καμιονιού.
Τσιγάρο;
«Όχι ευχαριστώ». Δεν κάπνιζε.
Το κουτί έφευγε σιγά-σιγά πίσω του, μέσα κυλούσε λίγο βιολετί νερό απ' τη χτεσινή βροχή και πάνω-πάνω λίγες λαδιές ανέλυαν πρισματικά το άσπρο φως.
«Εγώ θα πηδήξω» είπε ο άλλος απ' το βάθος. Το στόμα του βρομούσε πυρετό.
Τινάχτηκε σαν έλασμα κι έπεσε στην άσφαλτο. Άρχισε να τρέχει. Πίσω έμεναν και σημάδευαν το πέρασμά του οι λαχανιαστές αναπνοές που πάγωναν κι έστεκαν εκεί μικρά-μικρα συννεφάκια...


Στη γωνιά μακελεμένος δάγκωνε και φύτευε τα δόντια του με λύσσα στις πλάκες του πεζοδρομίου.
Η συνοικά ήταν μπλοκαρισμένη –Δεν το 'ξερε.

Στον σταθμό τον κατέβασαν. 
Έφτασαν κι άλλα καμιόνια, άδειασαν πολλούς.
Τους έβαλαν στη γραμμή.
Γύρω-γύρω τους έσφιξε μια διπλή ζώνη από στρατιώτες με άσπρα κράνη, άσπρες ζώνες, άσπρες γκέτες και μαύρα όπλα.
Όλα ήταν ακίνητα, το χρώμα μόνο έλιωνε σιγά-σιγά
κόκκινο, σταχτί και μια θάλασσα δάκρυα... Χαιρετούσε.
Μέσα στο σταθμό μπήκε το τρένο, τυφλό, θωρακισμένο, χωρίς ανοίγματα.

Ένα χλωμό παιδί, ευγενικό, πουλούσε κουλούρια...
Ένα καλό παιδί.
Ακούστηκαν μερικές φωνές. Το πλήθος πισωπλάτησε, φοβήθηκε το τρένο. Οι στρατιώτες έσπρωξαν... χτύπησαν με τους υποκόπανους. Προσπάθησε να γυρίσει... έπεσαν δυο ριπές στον αέρα... το κύμα κύλησε βαριά, σπρωχνόταν κι ανέβαινε. Τα χέρια σφίχτηκαν για τελευταία φορά, κορδέλες λύθηκαν κι αφέθηκαν τα μαλλιά ν' ανεμίζουν...
μαζί με κάτι φωνές.
 «Μάνα μου».
 «Αδελφή μου»... Τα τελευταία λόγια.

 photo 2BFB114F-E5C6-4F2E-B49C-FE794CC5CE0B-5575-000006EB1E1FB8E4.jpg

Πάνω στη μαξιλαροθήκη τα κεντημένα αρχικά του άρχισαν να φυλλορροούν.
Πρόσωπα αρπαγμένα... μουντά, άγρια - δίχως ονόματα.
Και οι πενήντα δραχμές να κουδουνίζουν εκνευριστικά.
Το τρένο άρχισε να κυλά βαριά πάνω στις γραμμές.
 «Τον Σκαραβαίο με το ασημένι δέσιμο δεν θα τον πουλήσουμε ποτέ... Είναι οικογενειακό κειμήλιο γιόκα μου».

Γράμμα που έγραψε μετά από καιρό.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Τα γράμματα τούτα φτάσανε στα χέρια μας, έτσι όπως φτάνουν τα τραδούδια και τα παραμύθια. -Αργά πολύ κι αλλοιωμένα, στόμα στο στόμα, στο βαθύ σκοτάδι ή αντιγράφοντάς τα πάνω στων πεύκων τις φλούδες, κρυφά απ' την μπότα και το κνούτο. -Και ο καθένας, όπως ήταν φυσικό, πρόσθεσε κάτι απ' το φόβο του κει μέσα...

Το πρώτο βράδυ μάς βάλαν στη σειρά κάτω απ' τους κόκκινους προβολείς. Μας είπαν να σηκώσουμε ψηλά τα χέρια και να ζητοκραυγάζουμε ότι αυτοί φώναζαν. Μ' έδερνε το χιονόνερο και με τρυπούσαν τα χαλίκια, με τύφλωναν οι σάλπιγγες και τα σπαθιά, με μπούχιασε το θειάφι που 'καιγε μες στους κρατήρες...
 Μάνα, σήκωσα ψηλά τα χέρια και φώναξα κι εγώ.
Και πιο ψηλά... Πιο δυνατά...
 Σκάλωσε το θειάφι μες στις ρίζες μου και ρίγωσε τα χείλη και τα δόντια.
 Και πιο ψηλά, πιο δυνατά.
 Απάνω στα συρματοπλέγματα κρέμονται τα παιδια με χέρια ανοικτα και πόδια.
 Αυτοί δε ζητωκραύγαζαν.
 – Ζήτω.
 – Ορκίζομαι.
 – Ορκίζομαι.
 Χτες βράδυ, μάνα, ένιωσα την ανάσα σου επάνω μου.
ήταν καυτή και γύγγλιζε. Γύρισα να σ΄αγγίξω κι ήταν όλα ένα γύρω, μέταλλα κρύα. Πάνω ψηλά στο θόλο η φούντα ενός σπαθιού μόνο κουνιόταν κα ιτο σπαθί κοιτούσε την καρδιά μου.
 Σαν έρχεσαι, να με ξυπνάς... να μου μιλάς.
 Είμαι καλά, σου λέω, να μη στενοχωριέσαι.


 Γράμμα δεύτερο.

 Ευχαριστώ που ήρθες χτες το βράδυ και με ξύπνησες
κι ας ήταν η φωνή σου κρύα.
 Ευχαριστώ που ήρθες και με χάιδεψες κι ας ήταν κόκαλα τα χέρια σου.
 Τώρα σε έχω μες στους προβολείς, μες στα λεπίδια των σπαθιών, μες στους καπνούς το θειάφι.
 Μάνα, κάποιος εδώ μας κοροϊδεύει, κάποιος μεταμφιέζεται σε σένα. Έρχεται κάθε βράδυ και με τυραννάει.
«Ακριβέ μου» - έτσι με χάιδεψε και μου
'πε και νόμισα πως ήσουν εσύ.
«Ακριβέ μου, πόσο αδυνάτισες» - και
χάιδευε τα μαλλιά μου, έτσι όπως έκανες και συ.
... Μας έβαλαν γυμνούς σ' ένα δωμάτιο, σ' ένα γραφείο γεμάτο μαύρα τηλέφωνα που γι' αριθμούς είχανε μάτια απ' ασημένιο φώσφορο. Και μας ρωτούσαν... τα μάτια.
Φωνές βγαίναν απ' τα μεγάφωνα των τοίχων και κάτι άνθρωποι με γλώσσες διχαλωτές μαστίγωναν τα πρόσωπά μας.
Το φίλο μου με τα γυαλιά δεν τον ξανάδα. Μέσα σ' εκείνο το σπίτι τον έχασα. 
έχω μια ζεστή κουβέρτα και χαϊδεύω, τώρα που σου γράφω. Με μεταθέσανε σε άλλο τμήμα, είναι πιο ζεστά.
 Τον Σκαραβαίο μη τονε πουλήσεις. Εγώ κρατάω ακόμα.


 – Ορκίζομαι... ορκίζομαι.
 Μα άκου, κάποιος μας κο-
ροϊδεύει, κάποιος  μ ε τ α μ φ ι έ ζ ε τ α ι  σε σένα . . . τα βράδια... τα χέρια του. Δεν ξέρω τι να κάνω. Φοβάμαι τα συρματοπλέγματα.
 Εσύ να πεις. Μη με πονέσεις με τα νύχια σου - Να 
'σαι καλή.
 Εσύ 'σαι που έρχεσαι τα βράδια - Ναι; 
 Ή δεν είσαι;


Στο τελευταίο γράμμα έγραψε μόνο αυτά.
Εκείνος είναι πάνω στα συρματοπλέγματα και 
ηλεκτρίζεται ακόμη. – Τον γνώρισα απ' τα γυαλιά του.
 Τον Σκαραβαίο να τόνε πουλήσεις.
 Συγχωρέστε με,
 μάνα μου
 κι εσύ αδελφή μου,
έλα να με χαϊδέψεις, προδότη, τώρα πάνω στα συρματοπλέγματα.


Κι ύστερα  όρμησε πάνω στις ηλεκτρικές ακίδες.
 photo DE482162-DD5B-4686-8991-01F7A5C369A0-5575-000006EA90B45204.jpg


© Νίκος Νικολαΐδης Οι Τυμβωρύχοι
1η έκδοση 1966

1 σχόλια [ποστ γιουαρ]:

Poética Ηλέκτρα said...

Το ποίημα του Νικολαιδη

Post a Comment

Μίλα κι εσύ (αλλά πες κάτι)