μνήμες aka memories | επιστροφή

Περάσανε την είσοδο της πόλης όταν ήταν πλέον βράδυ για τα καλά. Ταξίδι πέντε ωρών με αλλαγή ενδιάμεση, σε μεταφορικό μέσο. Τη στιγμή που κατεβήκανε από το λεωφορείο ένα κενό κατέλαβε το στομάχι τους. Δυόμιση χρόνια μετά... θα μας υποδεχθούν, απλά θα μας δεχθούν ή θα μας δουν σαν ξένους πλέον; Σ' αυτή την παραλιακή πόλη επαρχίας πέρασαν δύο από τα καλύτερα χρόνια της ζωής τους. Χρόνια δύσκολα αλλά και ευχάριστα, βουτηγμένα -χωρίς μάσκα και αναπνευστήρα- στις εμπειρίες. Οι παρέες των φοιτητών που γνώρισαν ήταν όλοι πτυχιούχοι και φευγάτοι στις ιδιαίτερες πατρίδες τους. Οι περισσότεροι ντόπιοι διάλεξαν τον δρόμο της φυγής από τα "κάγκελα" της ακριτικής πόλης. Η αλήθεια είναι ότι και τους δύο προηγούμενους χειμώνες έκαναν προσπάθεια να γυρίσουν, όμως τα χιόνια και οι απεργίες τους το απαγόρευσαν.
Ήταν κάτι σαν ένα γραμμάτιο που έπρεπε να εξοφληθεί, μια οφειλή στον εαυτό τους και σε αυτούς που τους αγκάλιασαν, τόσα χιλιόμετρα μακριά από τα σπίτια τους. Δεν είχε αλλάξει σχεδόν τίποτα.


Περπατώντας τα σοκάκια οι αναμνήσεις έρχονταν καρέ - καρέ μπροστά από τα μάτια τους. Σε κάθε γωνία που έστριβαν ήταν έτοιμοι να δουν κάποιο παλιό γνωστό. Αυτή η ανάμεικτη θέληση - αγωνία τους έκανε να ξεχάσουν τελείως το βάρος που είχαν οι βαλίτσες τους.
Ξεφόρτωσαν τα περιττά βάρη σε ένα ξενοδοχείο χτισμένο και διατηρημένο από το 1920. Δέκα λεπτά αργότερα, ένα τηλεφώνημα, χαμόγελα και ανυπομονησία από την άλλη γραμμή. Τα πρώτα κρασιά ανοίγουν, σιγά σιγά οι εναπομείναντες μαζεύονται -σαν να ήταν χθες- ο καθένας κουβαλάει τα δικά του κενά δυόμιση χρόνων.
Δεν υπάρχει διάθεση να φανούν, ουσιαστικά λοιπόν δεν υπάρχουν. τρεις μέρες είναι τόσο λίγες για να προλάβεις να τους αγγίξεις, μα τόσο πολλές για να αποτιναχθεί αυτό το συνειδησιακό βάρος και να τιθασευτεί αυτή η λαχτάρα για μια βόλτα στην παραλιακή οδό το σούρουπο.
Η επιστροφή δε μπορούσε να γίνει κάτω από άλλες συνθήκες. Πολύ ζαλισμένοι από το ποτό για να μουδιάσει το μυαλό. Οι βαλίτσες, μολύβι αυτή τη φορά. Οι τρεις μέρες διάρκεσαν όσο και τα δύο χρόνια. Το λεωφορείο βόγγηξε στις στροφές του υψώματος καθώς τα τελευταία φώτα μόλις που τα διέκρινες.
Τα βλέφαρα βάρυναν απότομα. Δεν θυμόταν άλλη φορά ένα κεφάλαιο να κλείνει με τα βλέφαρα...
Οι πορείες αυτές......


μνήμες aka memories | στη θάλασσα


...βρισκόμουν στη θάλασσα, χωρίς να έχω καταλάβει πως ακριβώς είχα φτάσει εκεί. Για την ακρίβεια, όχι ακριβώς στη θάλασσα αλλά, απέναντι από αυτήν,
σε μια πλαγιά που έβλεπε προς το μέρος της....
σα να ήμουν άλλος και σα να ήμουν αλλού....
μας έβλεπα...
με τα μαύρα μας τα ρούχα -ήταν, θυμάμαι, η εποχή που φορούσα μόνο μαύρα και ξόδευα ένα σωρό λεφτά για την γκαρνταρόμπα μου-. Τώρα, απλά, φοράω ό,τι βρω και τις περισσότερες φορές από δεύτερο χέρι... Τότε όμως υπήρχαν και χρήματα και μαγαζιά... τώρα, η ατμόσφαιρα είναι γκρίζα και θολή και μόλις και μετά βίας μπορώ να μας διακρίνω από εδώ που στέκομαι...
Ναι.... δεν κάνω λάθος...
Ήμαστε εμείς, εγώ κι εσύ ή αν το θέλεις, εσύ κι εγώ
βασικά, τέτοιες ώρες δεν έχει σημασία αυτό, σημασία έχει πως ήμαστε εμείς
και πως ήμαστε μαζί, ξανά μετά από αιώνες σκουριάς....
μια ύπουλη σκέψη έρχεται από μέσα μου, με τη φωνή του "φίλου"... προσπαθεί να με πείσει πως κάνω λάθος.... ξέρω όμως, πως θέλει να με διώξει, να με κάνει να παραιτηθώ... αν είχε χέρια, θα με έσπρωχνε σε κείνο το γκρεμό που χάσκει μπροστά από τα πόδια μου... αυτός ο γκρεμός είναι που με κρατάει τόση ώρα σε απόσταση... εδώ και ώρες, κλότσησα μια πέτρα κι ακόμα να την ακούσω να πέφτει.... αν μπορούσα να χρησιμοποιήσω τα φτερά μου και να πετάξω προς εμάς, είναι πολύ εύκολο αλλά δε θέλω να δεις πως έχω φτερά...
δε σου έχω εμπιστοσύνη, το ήξερες αυτό από την αρχή άλλωστε... κι εγώ ήξερα πως δε μπορούσα να σου έχω.... το είχα δει.... όχι στα μάτια σου γιατί ποτέ δε με κοίταξες κατάματα κι όσες φορές το προσπάθησες απέφυγα να σε κοιτάξω...
....το είχα δει στα χέρια σου.... σε εκείνα τα μικρά, παχουλά και μυτερά σου δάκτυλα..... μερικές φορές τα βράδια έλαμπαν σα ματωμένες λάμες ξυραφιών.... από κείνο το κόκκινο χρώμα που τα έβαφες... εκείνο το χρώμα που τότε μισούσα και που τώρα με έχει ολόκληρο τυλίξει....

τόσες ώρες τώρα, μες το σκοτάδι κάθομαι και μας παρατηρώ απέναντι...
έχει φως εκεί...
πολύ φως αλλά είμαι μακριά και δε με φτάνει...

μας βλέπω που τρέχουμε πιασμένοι χέρι - χέρι... όπως τα μικρά παιδιά..... κάτι μου λες αλλά από δω που είμαι δεν ακούω και πιο κοντά δε μπορώ να έρθω... αυτός ο γκρεμός είναι ακόμα μπροστά μου και η πέτρα που κλότσησα ακόμα δεν έχει φτάσει στον πάτο του.... ίσως να σκάλωσε κάπου ή μπορεί και να έφτασε και να μην την άκουσα....
η παραλία είναι άσπρη και η άμμος πεντακάθαρη.... δεν είχα δώσει σημασία τότε...
το προσέχω τώρα γιατί την τελευταία φορά που ήρθα εδώ μόνος, με την ελπίδα πως ίσως σε συναντούσα δεν ήταν έτσι....
η ατμόσφαιρα ήταν γκρίζα και μουντή και η ακτή σπαρμένη με αποσυνθετιμένα πτώματα χιλιάδων φυκιών....
και βρώμαγε.... για το τελευταίο δεν είμαι σίγουρος γιατί, εδώ και χρόνια έχω χάσει την όσφρησή μου....
Φυσάει....
Τυλίγομαι στην παλιά, ξεσκισμένη πια καμπαρντίνα,
που έχει σχεδόν γίνει ένα με το σώμα μου...
...το μυαλό μου γεμίζει εικόνες.....
κρυώνω ξανά....
Η θάλασσα πίσω μου, με καλεί....
...για πρώτη φορά, της γυρίζω την πλάτη, σέρνοντας μακρυά της
τα βήματά μου...
βρέχει....

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΡΚΟΥ | ΟΜΙΧΛΗ ΩΣ ΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ

ΒΡΟΧΗ

Εφιαλτικά όνειρα τρυπώνουν στο δωμάτιό μου
έξω βρέχει κι οι αστραπές φωτίζουν
το σκοτάδι μου

Κραυγές καταδικασμένων χαϊδεύουν τ' αυτιά μου
καθώς δεν υπάρχει κάποιος να βοηθήσει
Άδεια πρόσωπα τριγυρίζουν τους φόβους μου
-γυρεύω κάτι που δεν υπάρχει-
Χαμένος σ' ένα δωμάτιο
Παρέα με τη μουσική της βροχής
Υπάρχει κάτι που να με κάνει να γελάσω;
...να κλάψω;

Περιμένοντας τις αστραπές να δω αν τυφλώθηκα
Περιμένοντας να δω τι θα υπάρξει μετά
Περιμένοντας να τρελαθώ
Ενώ έξω βρέχει δυνατά.

μνήμες aka memories | A Good Boy

7:19 μμ 3/2/2009
...χτύπησε το τηλέφωνο.... "περίεργο", σκέφτηκα... "ποιος να' ναι"...
έξω χειμώνας... Νοέμβρης μήνας...... "δε θα 'ναι για καλό" ξανασκέφτηκα..."ποτέ το τηλέφωνό μου δε χτυπάει για να δει κάποιος τι κάνω ή πως τα περνάω ή έστω για να κάτι άλλο εκτός από εκδούλευση...."
το σήκωσα.... "ναι" .. η φωνή μου, βγήκε σα μουγκρητό. λες και κάτι έκανα και το τηλεφώνημα με έκοβε... ο άλλος όμως, στην άλλη άκρη ποτέ δε θα το μάθαινε αυτό....
η φωνή γνωστή, το νούμερο ήταν άγνωστο.... αλλά και πάλι με ζώσανε τα φίδια.... "τι να θέλει και ειδικά τώρα;" ξανασκέφτηκα....
οι κουβέντες από την άλλη άκρη, άχρωμες και ξερές....
"είπε ο Π. ότι θέλει να σε δει, είναι στο νοσοκομείο, στον 4ο όροφο, στο θάλαμο 17 -ίσως ο θάλαμος να ήταν 117, δε θυμάμαι καλά τώρα-, ξέρεις που είναι;"
"ναι ξέρω, ξεχνάς πως στον ίδιο θάλαμο, νοσηλευόμουν πριν από καιρό"
"δεν το ήξερα..."
"πως;.... αφού ερχόσουν συνέχεια να με δεις..."
"σου έχω στείλει ταξί, κατέβα και έλα..."
"καλά.... θα έρθω...."
σηκώθηκα, πλύθηκα λίγο και έφυγα, ταξί, στο δρόμο αμίλητοι και το στομάχι μου κόμπος.... το στόμα μου βρώμαγε από την πικρίλα και 'κείνα τα γαμημένα στριφτά τσιγάρα που μου 'χει καρφωθεί και καπνίζω -κάπνιζα- εκείνον τον καιρό.. έβρεχε κι έκανε κρύο... και 'κείνο το συναίσθημα με έζωνε σα σάβανο και με έσφιγγε .....
φτάσαμε... "να σε περιμένω;" ρώτησε ο τάριφμαν.... "ναι, δε θα κάνω πολύ" απάντησα ξερά... δεν είπε τίποτα... ανέβηκα, η διαδρομή γνωστή.... πολλές φορές αυτά που θέλεις να σβήσεις από το μυαλό σου, είναι αυτά που μένουν τελικά....
και να, με είδα απέναντι, καθισμένο στη σκάλα, πολλά κιλά πιο ελαφρύ, φρεσκοξυρισμένο και τα μαλλιά μου όμορφα χτενισμένα και έφτασα... στον ίδιο θάλαμο... κούνησα το χέρι μου να διώξω τις εικόνες από μπροστά μου. σακουρεμένα.... εικόνες από.... αυτό δε μπορώ να το θυμηθώ ..... από παλιά όμως... μπήκα στο θάλαμο....
ο Π. ήταν ακριβώς στο απέναντι κρεβάτι από εκείνο που είχα νοσηλευτεί εγώ, μερικές δεκάδες χρόνια πριν....

έχωσα τα χέρια στις τσέπες και το κεφάλι στους ώμους, πήγα κοντά και τον κοίταζα, χωρίς να μιλάω.... μόνο κοίταζα και δε μπορούσα να νιώσω τίποτα...
ευχόμουν να μπορούσα να πω κάτι ή έστω να μπορούσα να κλάψω... δε τα κατάφερνα όμως σε αυτό και τόσο καλά... ήθελα έστω να μπορούσα να αρθρώσω μια λέξη... τίποτα όμως... σκατά !!! η γυναίκα στην οποία ανήκε η φωνή στο τηλεφώνημα νωρίτερα με κοίταζε.... μετά από λίγο του μίλησε, του είπε πως είχα έρθει.... την κοίταξε με απορία... γύρισε προς το μέρος μου και με κοίταξε σα να με έβλεπε για πρώτη φορά... με απορία κι ένα βλέμμα που ίσως και να μη με έβλεπε ή δεν ήθελε να με δει... τον κοίταζα με τα χέρια πάντα στις τσέπες και με το δεξί μου ώμο ακουμπισμένο στον τοίχο, χωρίς να μπορώ να βγάλω λέξη... το κεφάλι μου βούιζε και το στομάχι μου δενόταν όλο και σφιχτά κόμπος....
ένιωθα τα πόδια μου να μη μπορούν να μη με κρατήσουν... παρ' όλ' αυτά κράτησα -όσο μπορούσα- το πρόσωπό μου ανέκφραστο και δεν είπα κουβέντα...
η γυναίκα που λέγαμε πριν του ξαναείπε πως είχα φτάσει και το βλέμμα του καθάρισε ως δια μαγείας και έλαμψε... "τι θες ρε;" μου είπε "ήρθες; και τι ήρθες να κάνεις, νομίζεις πως σε πόνεσα;" πάλι δε μίλησα, άλλωστε δεν έβρισκα κάτι να πω και δεν είχα και το κουράγιο .... θυμάμαι πως ψέλλισα μόνο ένα "καλά", κάθισα λίγο ακόμα να τον κοιτάζω και μετάχώνοντας ακόμα πιο βαθιά τε χέρια στις τσέπες γύρισα κι έφυγα....
μπήκα στο ταξί και γύρισα στο σπίτι. ένοιωθα εξουθενωμένος...νομίζω πως κοιμόμουν όταν άκουσα μέσα στον ύπνο μου το τηλέφωνο πάλι να χτυπά... δεν κοίταξα ποιος ήταν αλλά έριξα μια κλεφτή ματιά στο ρολόι... έξι το πρωΐ...
η γυναίκα ήταν στην άλλη άκρη της γραμμής.... "ναι" μούγκρισα μέσα στον ύπνο μου... "μην πας για δουλειά σήμερα" μου έιπε... δεν πρόλαβα να ρωτήσω γιατί....
" ο Π. πέθανε..." ...έβαλε τα κλάματα και η γραμμή κόπηκε....
μούδιασα... το μυαλό μου γέμισε εικόνες πολύχρωμες που δε γνώριζα καν την ύπαρξή τους... σκέφτηκα τις τελευταίες του κουβέντες... τα λόγια που χρησιμοποίησε και με αποπήρε εκείνη τη στιγμή που πήγα να τον δω...
ήρθα και κάθισα στον υπολογιστή....
διάλεξα ένα τραγούδι για να μου τον θυμίζει... το έβαλα να παίζει στο repeat, πράγμα που έχω κάνει και σήμερα όση ώρα γράφω αυτές τις αράδες που ξεθάβω από τη μνήμη μου....
....ο Π. από τότε που πέθανε δεν έχει περάσει μέρα που να μην το έχω κρατήσει ζωντανό με τη μνήμη μου.... τώρα πια ξέρω πως ο τρόπος που μου μίλησε ήταν και ο μοναδικός που ήξερε για να με προστατέψει από τον πόνο που θα μου προκαλούσε η απώλειά του,
μου μίλησε με τον άνετο τρόπο της παλιάς ανεμελιάς,
όπως επίσης ξέρω πως εμένα διάλεξε να δει τελευταίο.... ακούγοντας το τραγούδι σκέφτομαι όλα εκείνα που ήθελα να κάνουμε παρέα, μαζί και που ποτέ δεν κάναμε γιατί πάντα νομίζαμε πως έχουμε χρόνο, όπως πολλές φορές λέγαμε ο ένας στον άλλο.... όμως τελικά... ήμασταν γελασμένοι.... ο χρόνος μας γέλασε... θυμάμαι πολλά πράματα από τον Π. όμως αυτό που μου έχει μείνει είναι κάτι κουβέντες που μου είχε πει εκείνες τις μέρες που μπαινόβγαινε στα νοσοκομεία.... και που ποτέ δεν πάτησα το πόδι μου, έστω σε μια επίσκεψη.... σε μία μόνο και ήταν η τελευταία.... μου έλεγε λοιπόν πως το θάνατο, κάποια στιγμή όλοι θα τον βιώσουμε και πως σε όλους θα συμβεί και πως δεν πρέπει να πονάμε γι αυτόν που φεύγει.... απλά να χαιρόμαστε γιατί λυτρώνεται.... το θάνατό μας, μου έλεγε, όλοι τον έχουμε σκεφτεί, όχι όμως σαν πεθαμένοι αλλά σαν παρατηρητές του ίδιου του θανάτου μας, της δικής μας κηδείας... σα να έχουμε πεθάνει δηλαδή και από κάποια γωνία απλά παρακολουθούμε την κηδεία μας.....

στην κηδεία του, δεν πήγα... ήθελα να τον θυμάμαι γελαστό και χαρούμενο.... από την άλλη δεν ήθελα να συναντήσω όλους εκείνους που θεώρησαν το θάνατο του Π. σαν ένα γαμημένο ηβέντ και βρήκαν την ευκαιρία να συναντηθούν, να τα πούνε και να γελάσουν....
Good Boy από τους De-Phazz για όλα όσα δεν πρόλαβαμε να ζήσουμε με τον Π.


 

de phazz good boi
__________________
De-Phazz - Good Boy [Stepin Nerve Mix]
De-Phazz - Good Boy [ManchineMan Remix]
De-Phazz - Good Boy [live]